από priest 2 » 19:27 pm 03 02 2010
Παρά το μικρό χρονικό διάστημα που μεσολαβούσε μέχρι την έναρξη του Συνεδρίου και τις αντίξοες καιρικές συνθήκες, οι περισσότεροι από τους αντιπροσώπους κατόρθωσαν να φτάσουν έγκαιρα στο Αργυρόκαστρο, όπου στις 30 Ιανουαρίου 1914 σε ατμόσφαιρα έξαρσης, πατριωτικού ενθουσιασμού και αποφασιστικότητας άρχισαν οι εργασίες του. Σύμφωνα με τον κανονισμό των εργασιών του Συνεδρίου καθήκοντα προέδρου θα αναλάμβαναν κατά σειρά οι Μητροπολίτες της Ηπείρου που ήταν παρόντες.
Οι πληρεξούσιοι αντιπρόσωποι που πήραν μέρος στη Συνέλευση, προέρχονταν απ’ όλες τις επαρχίες της Ηπείρου, όπου είχαν συγκροτηθεί Επιτροπές Εθνικής Άμυνας και ήταν οι εξής:
- Αργυροκάστρου: Μητροπολίτης Δρυϊνουπόλεως Βασίλειος, Απόστολος Δήμας, Βασίλειος Ζούστης, Αναστάσιος Νότσκας, Χαράλαμπος Παπαδόπουλος, Τηλέμαχος Λαμποβιτιάδης, Μιχαήλ Τσάκος, Σπυρίδων Φίδης, Αθανάσιος Νότης, Βίκτωρ Ζωγράφος.
- Αγ. Σαράντα: Θεμιστοκλής Μπαμίχας, Ιωάννης Κουρεμένος, Λάππας.
- Δελβίνου: Τιμολέων Γκιάτας, Κωνσταντίνος Κόντος, Ιωάννης Πράτσικας.
- Ιωαννίνων: Κωνσταντίνος Σούρλας, Δημήτριος Κίγκος, Σπυρίδων Μέκιος.
- Κολώνιας (Ερσέκας): Γεώργιος Χατζής δημοσιογράφος, Χαράλαμπος Αλεξίου, Αθανάσιος Κοντοφώτης.
- Κονίτσης: Μητροπολίτης Βελλάς και Κονίτσης Σπυρίδων, Γεώργιος Τζαβέλλας δικηγόρος, Νικόλαος Παπακώστας Διευθυντής Σχολών Κονίτσης.
- Κορυτσάς: Τσέλιος, Οικονόμος Παπαπέτρος, Κωνσταντίνος Πολένας.
- Λεσκοβικίου: Βασίλειος Ντίλιος (εξουσιοδοτήθηκε και ως αντιπρόσωπος Μαργαριτίου), Ιωάννης Βιτσόπουλος, Γεώργιος Κήτας.
- Μετσόβου: Έξαρχος Ιερόθεος
- Παραμυθιάς: Μητροπολίτης Παραμυθιάς Νεόφυτος, Γεώργιος Τζέτζος, Δημήτριος Κούτζικος.
- Πρεμετής: Χαράλαμπος Δονάτος, Βασίλειος Σωτηριάδης, Κυριάκος Παπαδόπουλος.
- Πρεβέζης: Κούτσικας, Ιωάννης Αυγερινός, Δημήτριος Γερογιάννης,
- Πωγωνίου: Κωνσταντίνος Πλατής, Αθανάσιος Κατούνας, ιερέας Λεωνίδας Βασιλειάδης.
- Φιλιατών: Γρηγόριος Τσάγκας (ή Τσόγκας).
- Φιλιππιάδας: ιατρός Κωλέτσης, Ν. Ναστούλης.
- Χειμάρρας: Χρήστος Δήμας, Νικόλαος Πέπας (Ν. Μήλιος ή Μήλιας)
- Τεπελενίου: Αλέξανδρος Μέξης, Π. Χαρίτων, Θωμάς Χατζηβασιλείου.
Με απόφαση της Συνελεύσεως δικαίωμα ψήφου είχαν μόνο τρεις αντιπρόσωποι. Οι άλλοι παρευρίσκονταν ως απλοί σύμβουλοι. Για σημαντικές αποφάσεις ψήφιζαν κατά περιφέρεια. Κάθε περιφέρεια είχε μία ψήφο.
Ο Μητροπολίτης Κορυτσάς Γερμανός δεν παρέστη στη Συνέλευση. Στο τηλεγράφημα του αναγράφει: «Λόγοι σπουδαίοι υψίστης ανάγκης δεν επιτρέπουσιν απουσία μου εντεύθεν. Εδώκαμεν πάσαν σχετικήν οδηγίαν ημετέρους αντιπροσώπους».
Διάφορες ενέργειες των αστυνομικών αρχών για την αναβολή των εργασιών δεν έφεραν αποτέλεσμα και από τις πρώτες συνεδριάσεις φάνηκε καθαρά ότι το Συνέδριο θα λειτουργούσε ως επαναστατική συντακτική συνέλευση των Ηπειρωτών. Για τη μυστικότητα των απόρρητων θεμάτων που συζητούνταν και των αποφάσεων που λαμβάνονταν, οι αντιπρόσωποι έδωσαν όρκο εχεμύθειας. Κατά τη συζήτηση του «κανονισμού των εργασιών» καθορίσθηκε να τηρούνται πρακτικά «απόρρητα» και στις συζητήσεις οι αντιπρόσωποι να περιορίζουν την ομιλία τους στα θέματα της ημερησίας διατάξεως και σε χρόνο όχι περισσότερο από ένα δεκάλεπτο.
Την έναρξη των εργασιών της Συνελεύσεως κήρυξε ο Μητροπολίτης Δρυϊνουπόλεως Βασίλειος, ο οποίος με την εναρκτήρια ομιλία του προέτρεψε τους Ηπειρώτες να αγωνισθούν «μέχρις εσχάτων» για την ελευθερία της «επιδικασμένης» Βορείου Ηπείρου.
Στο μεταξύ στις 31 Ιανουαρίου ανακοινώνεται επίσημα στην ελληνική κυβέρνηση η απόφαση του Πρωτοκόλλου της Φλωρεντίας. Οι πρέσβεις των Μεγάλων Δυνάμεων στην Αθήνα ζήτησαν, μέσω του Άγγλου πρέσβη, την άμεση εκκένωση απ’ τον Ελληνικό Στρατό των παραχωρηθέντων στην Αλβανία εδαφών της Βορείου Ηπείρου και της νήσου Σάσων, απειλώντας την κυβέρνηση πως εάν δεν υπάκουγε δεν θα επέτρεπαν την προσάρτηση στην Ελλάδα των νησιών του ανατολικού Αιγαίου.
Η Συνέλευση στη διάρκεια των εργασιών της από τις 30 Ιανουαρίου ως τις 5 Φεβρουαρίου 1914 εξέτασε τα θέματα:
- Εξεύρεση ειρηνικής πολιτικής λύσεως
- Αντίσταση με τις δυνάμεις και τα οικονομικά μέσα που υπήρχαν
- Εκλογή πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας του αγώνα.
Για το πρώτο θέμα, επειδή η Συνέλευση ουσιαστικά δεσμευόταν από το τετελεσμένο γεγονός της Πρεσβευτικής Συνδιασκέψεως του Λονδίνου που παραχωρούσε οριστικά τη Βόρειο Ήπειρο στο νεοσύστατο αλβανικό κράτος, κατέληξε ομόφωνα στις πρώτες συνεδριάσεις της, μετά από εξαντλητική συζήτηση, στην απόφαση της ένοπλης αντιστάσεως των κατοίκων της περιοχής.
Στο θέμα των δυνάμεων που θα απαιτούνταν για την κάλυψη των Βορείων επαρχιών της Ηπείρου, ύστερα από έντονες συζητήσεις και αντεγκλήσεις, μεταξύ των αντιπροσώπων πάνω σε διάφορες προτάσεις και εισηγήσεις που έγιναν, θεωρήθηκε ως αναγκαία για τον ένοπλο αγώνα δύναμη 10.000 – 12.000 αντρών.
Τα σχετικά με τη συγκρότηση δυνάμεως προβλήματα θα αντιμετωπίζονταν από την «Οργανωτική Επιτροπή», εκτελεστικό όργανο της Συνελεύσεως, που επρόκειτο να συγκροτηθεί.
Συγκεκριμένα κατά τους υπολογισμούς ανώτερων αξιωματικών ως απαραίτητη στρατιωτική δύναμη κρίθηκε ο αριθμός των 10.000 έως 12.000 ανδρών, 80 αξιωματικών και 50 υπαξιωματικών. Η δύναμη των Ιερών Λόχων όλης της Ηπείρου ήταν 5.000 άντρες (3.000 από τις βόρειες επαρχίες και 2.000 από την ελεύθερη Ήπειρο) και της Χιμάρας 1.400. Οι άντρες που είχαν καταταγεί στα Τάγματα Κατοχής (των δύο μεραρχιών VIII και IX) υπολογίζονταν σε 8.000 με 9.000. Επομένως 2.000 με 3.000 άντρες ήταν αρκετοί για να συμπληρωθεί η απαιτούμενη δύναμη.
Σύμφωνα με τη γνώμη των αντιπροσώπων η στρατιωτική αυτή δύναμη θα απαιτούσε οικονομική κάλυψη 2 εκατομμυρίων δραχμών την τριμηνία. Κατά συνέπεια 1 εκ. δραχμές θα αρκούσε να συντηρήσει τον αγώνα για ένα τουλάχιστον μήνα. Τα χρήματα αυτά, ύστερα από απόφαση της Συνελεύσεως, θα συγκεντρώνονταν από τις συνεισφορές των κατοίκων της Ηπείρου, τα κληροδοτήματα, τις δωρεές και τις καταθέσεις των ευεργετών και των απόδημων Ηπειρωτών. Με την ίδια απόφαση η οικονομική διαχείριση ανατέθηκε στην Οργανωτική Επιτροπή.
Παράλληλα με τα παραπάνω κύρια θέματα, η Συνέλευση, μετά από εισήγηση του Μητροπολίτη Δρυϊνουπόλεως Βασιλείου, συζήτησε και το πρόβλημα των προσφύγων από τις περιοχές όπου θα διεξάγονταν επιχειρήσεις με τους Αλβανούς. Η μεγάλη σοβαρότητα του προβλήματος επέβαλε τη συνεννόηση με την Ελληνική Κυβέρνηση, γι’ αυτό αποφασίστηκε ο παραπέρα χειρισμός του από την Οργανωτική Επιτροπή.
Για το τρίτο και σοβαρότερο θέμα, της εκλογής πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας, η σκέψη που κυριάρχησε στη Συνέλευση (συνεδρίαση 1ης Φεβρουαρίου) ήταν να συγκεντρωθεί όλη η δύναμη, την οποία διέθετε η Ήπειρος στα χέρια ενός ικανού οργάνου. Στη βούληση του θα υπάγονταν οι Ένοπλες Δυνάμεις, οι Επιτροπές Εθνικής Άμυνας, η πολιτική εκπροσώπηση του κινήματος και τα οικονομικά μέσα. Η συζήτηση που επακολούθησε για να βρεθούν οι προσωπικότητες που θα το συγκροτούσαν, όπως φαίνεται από τα πρακτικά ήταν ασυνήθιστα έντονη.
Έγιναν πολλές προτάσεις και συζητήθηκαν όλες οι απόψεις των αντιπροσώπων.
Τελικά η Συνέλευση αποδέχθηκε να κληθούν και να συγκροτήσουν την «Οργανωτική Επιτροπή», όπως τιτλοφορήθηκε το υπόψη όργανο, οι: Γεώργιος Ζωγράφος, Αντιστράτηγος Παναγιώτης Δαγκλής, και οι Μητροπολίτες Δρυϊνουπόλεως Βασίλειος, Βελλάς και Κονίτσης Σπυρίδων και Κορυτσάς Γερμανός.
Αμέσως μετά στάλθηκαν κρυπτογραφικά τηλεγραφήματα στους Δαγκλή, Ζωγράφο και Μητροπολίτη Γερμανό, με τα οποία αναγγελόταν η απόφαση.
Ο Αντιστράτηγος Π. Δαγκλής απάντησε ότι δεν μπορούσε να αποκρυπτογραφήσει το μήνυμα, γιατί έλειπε ο Αλέξανδρος Καραπάνος, Υπουργός Εξωτερικών αργότερα της Αυτόνομης Ηπείρου, που είχε τον κώδικα. Ο Γ. Ζωγράφος, σύμφωνα με πληροφορία του Αναπληρωτή Γενικού Διοικητή της Ηπείρου Άγγελου Φορέστη, βρισκόταν στην Κέρκυρα. Έτσι οι αντιπρόσωποι της Συνελεύσεως αποφάσισαν τη μετάβαση των Μητροπολιτών Βελλάς και Δρυϊνουπόλεως στην Κέρκυρα για να συναντήσουν το Ζωγράφο και παράλληλα να αποστείλουν από εκεί και νέο τηλεγράφημα στο Δαγκλή.
Από την Κέρκυρα επίσης ο Μητροπολίτης Βασίλειος έστειλε στο Δαγκλή και συγκινητική επιστολή, στην οποία εκφραζόταν η απόγνωση του Ηπειρωτικού λαού για την τροπή που έπαιρνε το ζήτημα της Βορείου Ηπείρου:
«… Αν δεν δύναται να μας βοηθήσει ούτε εμμέσως χάριν των γενικότερων συμφερόντων του Έθνους, δεν λέγω του Ελληνισμού, καθότι και η Ήπειρος είναι Ελληνική, δεν είναι μόνον αι Νήσοι Ελληνικαί, τότε να παρακληθή να μας αφήσει ελευθέρους να σκεφθώμεν, ενεργήσωμεν, αποφασίσωμεν περί της σωτηρίας μας, της ανεξαρτησίας μας και μη μας θεωρή ως RES (πράγματα) ή ανταλλάγματα…».
Η απάντηση του Δαγκλή με κρυπτογραφικό τηλεγράφημα και ημερομηνία 3 Φεβρουαρίου 1914, προς τον Μητροπολίτη Βασίλειο στην Κέρκυρα ήταν αρνητική:
«…Βασιλεύς και Κυβέρνησις θεωρούσιν επιζημίαν εις συμφέροντα Ελληνισμού άμυναν Ηπειρωτών και ου μόνον ουδεμίαν δύνανται παράσχειν έμμεσον επικουρίαν, αλλά και ρητώς απαγορεύουσιν ανάμιξιν εις πάντα αξιωματικόν και στρατιώτην… αναγκάζομαι καταπνίξαι αισθήματα μου και μη αποδεχθήναι γενομένην μοι μεγίστην τιμήν…».
Την ίδια ημέρα έστειλε και επιστολή προς τον Μητροπολίτη Βελλάς και Κονίτσης Σπυρίδωνα, στον οποίο εξηγούσε διεξοδικότερα την άρνηση του και τους λόγους για τους οποίους η Ελληνική Κυβέρνηση δεν ήταν δυνατό να υποστηρίξει τον αγώνα των Βορειοηπειρωτών:
«… Το έθνος περιστοιχίζεται έτι υπό πολλών κινδύνων, των εχθρών αυτού καραδοκούντων πάσαν περιπλοκήν… θα ήτο δε προδοτικόν εκ μέρους Ελλήνων και δη κατεχόντων επίσημον θέσιν, να ωθήσωσι δι’ ασυνέτων ενεργειών το έθνος εις σοβαροτάτας περιπλοκάς προς την Ιταλίαν και Αυστρίαν… αντίστασις ενεργουμένη υπό ολίγων Ηπειρωτών, άνευ σχεδόν χρηματικών πόρων και άνευ φυσιγγίων… δύναται να βλάψη εν γένει το έθνος… και άκαρπος θέλει αποβή…».
Λίγες μέρες αργότερα, αφού έλαβε και την επιστολή του Μητροπολίτη Δρυϊνουπόλεως ο Αντιστράτηγος Δαγκλής του έστειλε δεύτερη επιστολή με ημερομηνία 8 Φεβρουαρίου και παρόμοιο περιεχόμενο:
«…ρητώς μοι λέγωσιν (σ.σ. Βασιλιάς και Κυβέρνηση) ότι δεν θέλουσι χορηγήσει ούτε έναν στρατιώτην, ούτε εν φυσίγγιον… η αντίστασις κατά των Αλβανών… φοβούμαι…όμως ότι θα καταστή εις το μέλλον αδύνατος η συμφιλίωσις και συμβίωσις μεταξύ των δύο φυλών, προς μεγάλην ζημίαν του Ελληνισμού και προς όφελως των εχθρών αυτού…»
Όταν το ράσο γίνεται σημαία τότε η νίκη είναι βεβαία