ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΑΞΙΖΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΠΕΘΑΝΕΙ ΚΑΝΕΙΣ!
Όσο διάστημα συμμετέχω στο forum του neb.gr και το παρακολουθώ, διαβάζω διάφορες απόψεις. Ο καθείς έχει διαφορετική προσωπικότητα και σίγουρα δεν γίνεται να ταυτίζονται τα πιστεύω όλων μεταξύ τους.
Το θέμα όμως είναι ότι μέσα από τις αντιπαραθέσεις πρέπει να βγαίνει ένα αποτέλεσμα το οποίο να βγαίνει θετικό τόσο για την ιδιαίτερη πατρίδα μας τη Βόρειο Ήπειρο, όσο και για τη μητέρα Ελλάδα.
Διαβάζω όμως απόψεις οι οποίες στρέφονται κατά της Ελλάδας και της ιστορίας της, που τόσα έχει να μας διδάξει, που αν δεν υπήρχε αυτό το παρελθόν δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει ούτε παρόν, ούτε μέλλον για να μας οδηγούν τα σωστά παραδείγματα και να αποφεύγουμε τα λάθος.
Διαβάζω κείμενα "προοδευτικά", "διεθνιστικά", κείμενα περί πολυπολιτισμικότητας, κείμενα τέλος πάντων που δεν μας βοηθάνε να κάνουμε τον τόπο μας καλύτερο (κατά την ταπεινή μου γνώμη), αλλά εστιάζονται στο να μη θειχτούν οι δυνάστες μας ή να μην πάθουν τίποτα οι εν Ελλάδι ξένοι μετανάστες.
Μα είναι δυνατόν! Αντί να κοιτάμε να βελτιωθούμε εμείς, κοιτάμε πως θα κάνουμε τον υπόλοιπο κόσμο καλύτερο;!
Και ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός είχε πει: "πρώτα θα βγάλεις το δοκάρι που έχεις στο μάτι σου και μετά το σαριδάκι από το μάτι του αδελφού σου"
Όλα αυτά ως ένας πρόλογος για το άρθρο που έγραψε στο Λαϊκό Βήμα (27/1/2005) ο αγωνιστής - δημοσιογράφος Δημήτρης Κίκης, του οποίου τα κείμενα κατ' εμέ, δίνουν κουράγιο στον Βορειοηπειρώτη και τον κάνουν περήφανο για την καταγωγή του.
Στη συνέχεια θα αντιγράψω κι άλλα εθνεργετικά άρθρα του συγκεκριμένου δημοσιογράφου.
Το άρθρο έχει τίτλο:
ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΑΞΙΖΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΠΕΘΑΝΕΙ ΚΑΝΕΙΣ
(και αυτή τη στιγμή είναι τόσο επίκαιρο όσο ποτέ).
" Ουκ ολίγες φορές έχομε γράψει για περιπτώσεις δικών μας ανθρώπων, οι οποίοι με τρόπο μάλιστα πιο προκλητικό κι από τους ίδιους τους αλλοεθνείς μας, έχουν καταφερθεί εναντίον της μητέρας τους της Ελλάδας.
Πριν από μερικές ημέρες ξανάκουσα μια τέτοια συζήτηση και, να πω την αλήθεια, αισθάνθηκα ντροπή και αγανάκτηση μαζί. Υπάρχουν ακόμη άνθρωποι στο χώρο μας, που να αναφέρονται με υβριστικά λόγια στην ίδια τους την πατρίδα; Τόσο πολύ έχει διαφθαρεί η συνείδηση τους; Τόσο πολύ τα άτομα αυτά να έχουν δεθεί πίσω από το άρμα όλων εκείνων των αλλοεθνών, που από το πρωί ως το βράδυ βρίζουν την Ελλάδα; Τόσο πολύ έχει διαφθαρεί η ψυχή τους από την πολιτική και τα οικονομικά συμφέροντα, ώστε να απαρνηθούν ότι πιο ιερό και ότι πιο πολύτιμο έχομε στερηθεί τόσα χρόνια εμείς οι Βορειοηπειρώτες: την Ελλάδα;
Και ακόμα περισσότερο σήμερα, όταν ο καθένας είναι πλέον ελεύθερος να εκδηλώνει την αγάπη του προς το έθνος του και την πατρίδα;
Τόσο αναίσθητα είναι τα άτομα αυτά, που δεν ακούν τις κραυγές των προπατόρων τους, οι οποίοι είχαν κρατήσει αμόλυντο και άθιχτο αυτό το χώρο με ιδρώτα και αίμα και είχαν θυσιαστεί για την Ελλάδα;
Ομιλώντας κατ' αυτόν τον τρόπο, δεν ακούν το τρίξιμο των οστών των εκατοντάδων παλικαριών του έπους του '40, απ' ολόκληρη την Ελλάδα, που είναι διάσπαρτα σ' όλη βορειοηπειρωτική γη;
Μήπως δεν ακούν τις δεκάδες και εκατοντάδες ψυχές των συμπατριωτών τους, που βασανίστηκαν, απαγχωνίστηκαν ή πέρασαν από το εκτελεστικό απόσπασμα με την κατηγορία του φιλέλληνα (ενώ εκείνοι φώναζαν ότι δεν είναι φιλέλληνες, αλλά Έλληνες);
Η συντριπτική πλειοψηφία των Βορειοηπειρωτών έχουν βαθιά στην καρδιά τους αγνή την αγάπη για τη μητέρα τους την Ελλάδα.
Την είχαν αυτή την αγάπη έστω και κρυφή, ακόμα και στα πιο δύσκολα χρόνια της κομμουνιστικής δικτατορίας.
Θυμάμαι το έτος 1974. Στο χωριό μου τότε είχε έρθει η πρώτη τηλεόραση. Μεγάλο γεγονός. Ο ιδιοκτήτης της τηλεόρασης και οι πιο κοντινοί συγγενείς του μαζεύονταν τα βράδια και παρακολουθούσαν κρυφά την ΕΡΤ ή την ΥΕΝΕΔ και αναγάλιαζε η ψυχή τους. Και περίμεναν οι άνθρωποι στημένοι στην τηλεόραση εώς ότου έκλεινε το πρόγραμμα, για να ειδούν να κυματίζει η ελληνική σημαία, η γαλανόλευκη όπως έλεγαν.
Άκουγαν τον εθνικό ύμνο, έβλεπαν τη γαλανόλευκη να κυματίζει, σφούγγιζαν τα δάκρυα τους που κυλούσαν αυθόρμητα στα μάγουλα τους και μετά έφευγαν ο καθένας στο σπίτι του.
Μια μέρα όμως συνέβηκε κάτι το απρόοπτο. Μετά το τέλος του προγράμματος, ο σπιτονοικοκύρης, που δεν έπαυε ποτέ τα κλάματα σαν έβλεπε να κυματίζει η γαλανόλευκη, πηγαίνει στο άλλο δωμάτιο κι επιστρέφει ξανά κρατώντας στα χέρια του μια διπλωμένη ελληνική σημαία, την ανοίγει, τη φιλάει και την ποτίζει με τα δάκρυα του. Το ίδιο κάνουν και οι άλλοι. Την είχε ο άνθρωπος στο σεντούκι του φυλαγμένη από τον πόλεμο του '40. Και αυτό εν έτη 1974, όταν στην Αλβανία έτρεμε το πελεκούδι.
Αυτοί είναι οι Βορειοηπειρώτες και όχι εκείνοι οι λίγοι που ντροπιάζουν ακόμα και τ' όνομα τους. Αυτή τη φορά δεν θα αναφερθώ σε ονόματα. Θα αναφερθώ στο φαινόμενο. Ίσως κεντρίσω κι εκείνων τη συνείδηση, πάψουν να βρίζουν τη μητέρα τους και αποφασίσουν να συμπορευτούν με την πλειοψηφία των συμπατριωτών τους, που βροντόφωνα φωνάζουν προς κάθε κατεύθυνση:
ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΑΞΙΖΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΠΕΘΑΝΕΙ ΚΑΝΕΙΣ!..."
Το θέμα όμως είναι ότι μέσα από τις αντιπαραθέσεις πρέπει να βγαίνει ένα αποτέλεσμα το οποίο να βγαίνει θετικό τόσο για την ιδιαίτερη πατρίδα μας τη Βόρειο Ήπειρο, όσο και για τη μητέρα Ελλάδα.
Διαβάζω όμως απόψεις οι οποίες στρέφονται κατά της Ελλάδας και της ιστορίας της, που τόσα έχει να μας διδάξει, που αν δεν υπήρχε αυτό το παρελθόν δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει ούτε παρόν, ούτε μέλλον για να μας οδηγούν τα σωστά παραδείγματα και να αποφεύγουμε τα λάθος.
Διαβάζω κείμενα "προοδευτικά", "διεθνιστικά", κείμενα περί πολυπολιτισμικότητας, κείμενα τέλος πάντων που δεν μας βοηθάνε να κάνουμε τον τόπο μας καλύτερο (κατά την ταπεινή μου γνώμη), αλλά εστιάζονται στο να μη θειχτούν οι δυνάστες μας ή να μην πάθουν τίποτα οι εν Ελλάδι ξένοι μετανάστες.
Μα είναι δυνατόν! Αντί να κοιτάμε να βελτιωθούμε εμείς, κοιτάμε πως θα κάνουμε τον υπόλοιπο κόσμο καλύτερο;!
Και ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός είχε πει: "πρώτα θα βγάλεις το δοκάρι που έχεις στο μάτι σου και μετά το σαριδάκι από το μάτι του αδελφού σου"
Όλα αυτά ως ένας πρόλογος για το άρθρο που έγραψε στο Λαϊκό Βήμα (27/1/2005) ο αγωνιστής - δημοσιογράφος Δημήτρης Κίκης, του οποίου τα κείμενα κατ' εμέ, δίνουν κουράγιο στον Βορειοηπειρώτη και τον κάνουν περήφανο για την καταγωγή του.
Στη συνέχεια θα αντιγράψω κι άλλα εθνεργετικά άρθρα του συγκεκριμένου δημοσιογράφου.
Το άρθρο έχει τίτλο:
ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΑΞΙΖΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΠΕΘΑΝΕΙ ΚΑΝΕΙΣ
(και αυτή τη στιγμή είναι τόσο επίκαιρο όσο ποτέ).
" Ουκ ολίγες φορές έχομε γράψει για περιπτώσεις δικών μας ανθρώπων, οι οποίοι με τρόπο μάλιστα πιο προκλητικό κι από τους ίδιους τους αλλοεθνείς μας, έχουν καταφερθεί εναντίον της μητέρας τους της Ελλάδας.
Πριν από μερικές ημέρες ξανάκουσα μια τέτοια συζήτηση και, να πω την αλήθεια, αισθάνθηκα ντροπή και αγανάκτηση μαζί. Υπάρχουν ακόμη άνθρωποι στο χώρο μας, που να αναφέρονται με υβριστικά λόγια στην ίδια τους την πατρίδα; Τόσο πολύ έχει διαφθαρεί η συνείδηση τους; Τόσο πολύ τα άτομα αυτά να έχουν δεθεί πίσω από το άρμα όλων εκείνων των αλλοεθνών, που από το πρωί ως το βράδυ βρίζουν την Ελλάδα; Τόσο πολύ έχει διαφθαρεί η ψυχή τους από την πολιτική και τα οικονομικά συμφέροντα, ώστε να απαρνηθούν ότι πιο ιερό και ότι πιο πολύτιμο έχομε στερηθεί τόσα χρόνια εμείς οι Βορειοηπειρώτες: την Ελλάδα;
Και ακόμα περισσότερο σήμερα, όταν ο καθένας είναι πλέον ελεύθερος να εκδηλώνει την αγάπη του προς το έθνος του και την πατρίδα;
Τόσο αναίσθητα είναι τα άτομα αυτά, που δεν ακούν τις κραυγές των προπατόρων τους, οι οποίοι είχαν κρατήσει αμόλυντο και άθιχτο αυτό το χώρο με ιδρώτα και αίμα και είχαν θυσιαστεί για την Ελλάδα;
Ομιλώντας κατ' αυτόν τον τρόπο, δεν ακούν το τρίξιμο των οστών των εκατοντάδων παλικαριών του έπους του '40, απ' ολόκληρη την Ελλάδα, που είναι διάσπαρτα σ' όλη βορειοηπειρωτική γη;
Μήπως δεν ακούν τις δεκάδες και εκατοντάδες ψυχές των συμπατριωτών τους, που βασανίστηκαν, απαγχωνίστηκαν ή πέρασαν από το εκτελεστικό απόσπασμα με την κατηγορία του φιλέλληνα (ενώ εκείνοι φώναζαν ότι δεν είναι φιλέλληνες, αλλά Έλληνες);
Η συντριπτική πλειοψηφία των Βορειοηπειρωτών έχουν βαθιά στην καρδιά τους αγνή την αγάπη για τη μητέρα τους την Ελλάδα.
Την είχαν αυτή την αγάπη έστω και κρυφή, ακόμα και στα πιο δύσκολα χρόνια της κομμουνιστικής δικτατορίας.
Θυμάμαι το έτος 1974. Στο χωριό μου τότε είχε έρθει η πρώτη τηλεόραση. Μεγάλο γεγονός. Ο ιδιοκτήτης της τηλεόρασης και οι πιο κοντινοί συγγενείς του μαζεύονταν τα βράδια και παρακολουθούσαν κρυφά την ΕΡΤ ή την ΥΕΝΕΔ και αναγάλιαζε η ψυχή τους. Και περίμεναν οι άνθρωποι στημένοι στην τηλεόραση εώς ότου έκλεινε το πρόγραμμα, για να ειδούν να κυματίζει η ελληνική σημαία, η γαλανόλευκη όπως έλεγαν.
Άκουγαν τον εθνικό ύμνο, έβλεπαν τη γαλανόλευκη να κυματίζει, σφούγγιζαν τα δάκρυα τους που κυλούσαν αυθόρμητα στα μάγουλα τους και μετά έφευγαν ο καθένας στο σπίτι του.
Μια μέρα όμως συνέβηκε κάτι το απρόοπτο. Μετά το τέλος του προγράμματος, ο σπιτονοικοκύρης, που δεν έπαυε ποτέ τα κλάματα σαν έβλεπε να κυματίζει η γαλανόλευκη, πηγαίνει στο άλλο δωμάτιο κι επιστρέφει ξανά κρατώντας στα χέρια του μια διπλωμένη ελληνική σημαία, την ανοίγει, τη φιλάει και την ποτίζει με τα δάκρυα του. Το ίδιο κάνουν και οι άλλοι. Την είχε ο άνθρωπος στο σεντούκι του φυλαγμένη από τον πόλεμο του '40. Και αυτό εν έτη 1974, όταν στην Αλβανία έτρεμε το πελεκούδι.
Αυτοί είναι οι Βορειοηπειρώτες και όχι εκείνοι οι λίγοι που ντροπιάζουν ακόμα και τ' όνομα τους. Αυτή τη φορά δεν θα αναφερθώ σε ονόματα. Θα αναφερθώ στο φαινόμενο. Ίσως κεντρίσω κι εκείνων τη συνείδηση, πάψουν να βρίζουν τη μητέρα τους και αποφασίσουν να συμπορευτούν με την πλειοψηφία των συμπατριωτών τους, που βροντόφωνα φωνάζουν προς κάθε κατεύθυνση:
ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΑΞΙΖΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΠΕΘΑΝΕΙ ΚΑΝΕΙΣ!..."