Παραδοσιακά ηπειρώτικα τραγούδια (στίχοι)
Δεν μπορώ μανούλα μ ( Γιατρός )
Δεν μπορώ μανούλα μ’, δεν μπορώ,
αχ συρε να φέρεις το γιατρό.
Αχ συρε να φέρεις το γιατρό,
μην πεθάνω η δόλια και χαθώ.
Αγάπησα μανα μ’ αγάπησα,
πικρά η μαύρη το μετάνιωσα.
Πικρά η μαύρη το μετάνιωσα,
αχ μανούλα μου δεν σ’ άκουσα.
Ζήλεψα μανα μ’ την ομορφιά,
τώρα είμαι άρρωστη βαριά.
Τώρα είμαι άρρωστη βαριά,
θα πεθάνω η δόλια κι είμαι νια.
Σώπα τσούπρα μ’ και μην κλαις εσύ,
θα φέρω το γιατρό ταχιά πρωί.
Θα φέρω το γιατρό ταχιά πρωί,
να σου γιάνει κόρη μ’ την πληγή.
Δέλβινο και Τσαμουριά
Άιντε Δέλβινο μωρέ Δέλβινο,
ωρε Δέλβινο και Τσαμουριά.
Άιντε Δέλβινο και Τσαμουριά,
ωρε δεν τα δίνουν τα παιδιά.
Άιντε δεν τα δι- μωρέ δεν τα δι-,
ωρε δεν τα δίνουν τα παιδιά.
Άιντε δεν τα δίνουν τα παιδιά,
ωρε στο σουλτάνο βασιλιά.
Άιντε Δέλβινο μωρέ Δελβινο,
ωρε Δελβινο και Άγιοι Σαράντα.
Άιντε Δέλβινο και Άγιοι Σαράντα,
ωρε θα σας πάρουμε για πάντα.
Ο Μενούσης Ο Μενούσης, ο Μπερμπίλης
κι ο Ρεσούλ-Αγάς,
σε κρασοπουλειό πηγαίναν
για να φαν να πιούν.
Κει που τρώγαν,
κει που πίναν
και που γλένταγαν,
κάπου πιάσαν τη κουβέντα
για τις όμορφες.
-Όμορφη γυναίκα που 'χεις
βρε Μενούσ'-Αγά!
-Πού την είδες, πού την ξέρεις
και τη μολογάς;
-Χθες την είδα στο πηγάδι
που 'παιρνε νερό
και της 'δωσα το μαντήλι
και μου το 'πλυνε.
-Αν την ξέρεις κι αν την είδες,
πες μου τι φορεί;
-Ασημένιο μεσοφόρι
με χρυσό φλουρί.
Κι ο Μενούσης,
μεθυσμένος πάει την έσφαξε.
Το πρωί ξεμεθυσμένος
πάει την έκλαψε.
Σήκω πάπια μ',
σήκω χήνα μ' ,
σήκω πέρδικα μ'.
Σήκω λούσου και χτενίσου
κι έμπα στο χορό.
Να σε δουν τα παλικάρια
να μαραίνονται.
Να σε δω κι εγώ ο καημένος
και να χαίρομαι.
Πώς το τρίβουν το πιπέρι
Πώς το τρί- βλάχα μου καλή,
πώς το τρίβουν το πιπέρι;
Πώς το τρίβουν το πιπέρι
του διαβόλου οι καλογέροι;
Με το γό- βλάχα μου μωρή,
με το γόνατο το τρίβουν.
Με το γόνατο το τρίβουν
και το ψιλοκοπανίζουν.
Άιντε για σκωθείτε παλικάρια
με σπαθιά και με χαντζάρια.
Με την μύ- βλάχα μου μωρή,
με την μύτη τους το τρίβουν.
Με την μύτη τους το τρίβουν
και το ψιλοκοπανίζουν.
Άιντε για σκωθείτε παλικάρια
με σπαθιά και με χαντζάρια.
Με την γλώ- βλάχα μου μωρή,
με την γλώσσα τους το τρίβουν.
Με την γλώσσα τους το τρίβουν
και το ψιλοκοπανίζουν.
Άιντε για σκωθείτε παλικάρια
με σπαθιά και με χαντζάρια.
Με τον κώ- βλάχα μου καλή,
με τον κώλο τους το τρίβουν.
Με τον κώλο τους το τρίβουν
και το ψιλοκοπανίζουν.
Άιντε για σκωθείτε παλικάρια
με σπαθιά και με χαντζάρια.
Με τον πού- βλάχα μου καλή,
με τον πούτσο τους το τρίβουν.
Με τον πούτσο τους το τρίβουν
και το ψιλοκοπανίζουν.
Άιντε για σκωθείτε παλικάρια
με σπαθιά και με χαντζάρια
Στέλλα μωρ' Στέλλα
Στέλλα μωρ' Στέλλα κακιά κοπέλα
δεν το 'πραξες καλά, παράτησες
τον άντρα σ' μωρ' Στέλλα πέρα στα Δολιανά.
Καρότσα στολισμένη μωρ' Στέλλα
με τέσσερα άλογα ήρθαν για να σε πάρουν
μωρ' Στέλλα μες στα χαράματα.
Δεν φταίω εγώ μάνα, μάνα μωρ' μάνα,
η άπιστη καρδιά π' αγάπησε
με μπέσα μέσα στα Δολιανά.
Πάησαν οι πάπιες πάησαν οι χήνες
πάησαν κι οι κλωσαριές
κι η Στέλλα η χαδιάρα είναι στις ρεματιές.
Δεν μπορώ μανούλα μ’, δεν μπορώ,
αχ συρε να φέρεις το γιατρό.
Αχ συρε να φέρεις το γιατρό,
μην πεθάνω η δόλια και χαθώ.
Αγάπησα μανα μ’ αγάπησα,
πικρά η μαύρη το μετάνιωσα.
Πικρά η μαύρη το μετάνιωσα,
αχ μανούλα μου δεν σ’ άκουσα.
Ζήλεψα μανα μ’ την ομορφιά,
τώρα είμαι άρρωστη βαριά.
Τώρα είμαι άρρωστη βαριά,
θα πεθάνω η δόλια κι είμαι νια.
Σώπα τσούπρα μ’ και μην κλαις εσύ,
θα φέρω το γιατρό ταχιά πρωί.
Θα φέρω το γιατρό ταχιά πρωί,
να σου γιάνει κόρη μ’ την πληγή.
Δέλβινο και Τσαμουριά
Άιντε Δέλβινο μωρέ Δέλβινο,
ωρε Δέλβινο και Τσαμουριά.
Άιντε Δέλβινο και Τσαμουριά,
ωρε δεν τα δίνουν τα παιδιά.
Άιντε δεν τα δι- μωρέ δεν τα δι-,
ωρε δεν τα δίνουν τα παιδιά.
Άιντε δεν τα δίνουν τα παιδιά,
ωρε στο σουλτάνο βασιλιά.
Άιντε Δέλβινο μωρέ Δελβινο,
ωρε Δελβινο και Άγιοι Σαράντα.
Άιντε Δέλβινο και Άγιοι Σαράντα,
ωρε θα σας πάρουμε για πάντα.
Ο Μενούσης Ο Μενούσης, ο Μπερμπίλης
κι ο Ρεσούλ-Αγάς,
σε κρασοπουλειό πηγαίναν
για να φαν να πιούν.
Κει που τρώγαν,
κει που πίναν
και που γλένταγαν,
κάπου πιάσαν τη κουβέντα
για τις όμορφες.
-Όμορφη γυναίκα που 'χεις
βρε Μενούσ'-Αγά!
-Πού την είδες, πού την ξέρεις
και τη μολογάς;
-Χθες την είδα στο πηγάδι
που 'παιρνε νερό
και της 'δωσα το μαντήλι
και μου το 'πλυνε.
-Αν την ξέρεις κι αν την είδες,
πες μου τι φορεί;
-Ασημένιο μεσοφόρι
με χρυσό φλουρί.
Κι ο Μενούσης,
μεθυσμένος πάει την έσφαξε.
Το πρωί ξεμεθυσμένος
πάει την έκλαψε.
Σήκω πάπια μ',
σήκω χήνα μ' ,
σήκω πέρδικα μ'.
Σήκω λούσου και χτενίσου
κι έμπα στο χορό.
Να σε δουν τα παλικάρια
να μαραίνονται.
Να σε δω κι εγώ ο καημένος
και να χαίρομαι.
Πώς το τρίβουν το πιπέρι
Πώς το τρί- βλάχα μου καλή,
πώς το τρίβουν το πιπέρι;
Πώς το τρίβουν το πιπέρι
του διαβόλου οι καλογέροι;
Με το γό- βλάχα μου μωρή,
με το γόνατο το τρίβουν.
Με το γόνατο το τρίβουν
και το ψιλοκοπανίζουν.
Άιντε για σκωθείτε παλικάρια
με σπαθιά και με χαντζάρια.
Με την μύ- βλάχα μου μωρή,
με την μύτη τους το τρίβουν.
Με την μύτη τους το τρίβουν
και το ψιλοκοπανίζουν.
Άιντε για σκωθείτε παλικάρια
με σπαθιά και με χαντζάρια.
Με την γλώ- βλάχα μου μωρή,
με την γλώσσα τους το τρίβουν.
Με την γλώσσα τους το τρίβουν
και το ψιλοκοπανίζουν.
Άιντε για σκωθείτε παλικάρια
με σπαθιά και με χαντζάρια.
Με τον κώ- βλάχα μου καλή,
με τον κώλο τους το τρίβουν.
Με τον κώλο τους το τρίβουν
και το ψιλοκοπανίζουν.
Άιντε για σκωθείτε παλικάρια
με σπαθιά και με χαντζάρια.
Με τον πού- βλάχα μου καλή,
με τον πούτσο τους το τρίβουν.
Με τον πούτσο τους το τρίβουν
και το ψιλοκοπανίζουν.
Άιντε για σκωθείτε παλικάρια
με σπαθιά και με χαντζάρια
Στέλλα μωρ' Στέλλα
Στέλλα μωρ' Στέλλα κακιά κοπέλα
δεν το 'πραξες καλά, παράτησες
τον άντρα σ' μωρ' Στέλλα πέρα στα Δολιανά.
Καρότσα στολισμένη μωρ' Στέλλα
με τέσσερα άλογα ήρθαν για να σε πάρουν
μωρ' Στέλλα μες στα χαράματα.
Δεν φταίω εγώ μάνα, μάνα μωρ' μάνα,
η άπιστη καρδιά π' αγάπησε
με μπέσα μέσα στα Δολιανά.
Πάησαν οι πάπιες πάησαν οι χήνες
πάησαν κι οι κλωσαριές
κι η Στέλλα η χαδιάρα είναι στις ρεματιές.