Είναι βέβαιο πως όλοι μας έχουμε ακούσει το (σχεδόν) ρατσιστικό και περιφρονητικό «Αλβανός τουρίστας» που ακουγόταν στην Ελλάδα τη δεκαετία του '90. Η φράση αυτή είχε τη ρίζα της σε μια από τις πολλές δικαιολογίες που "ανακάλυψαν" οι Αλβανοί μετανάστες, όχι και τόσο εμπνευσμένη είναι η αλήθεια, για να αιτιολογήσουν την παρουσία τους στην Ελλάδα. Και πώς να πιστέψεις ότι υπάρχει Αλβανός, και δη εκείνη την εποχή, που είχε την άνεση να κάνει τουρισμό. Μιλάμε για ανθρώπους που του έλειπαν τα βασικά. Με το πέρασμα των χρόνων, όμως, τα πράγματα άλλαξαν άρδην. Πλέον, είναι εκατοντάδες χιλιάδες οι Αλβανοί που έχουν τη δυνατότητα να έρθουν για τουρισμό στην Ελλάδα ή να πάνε σε άλλα μέρη.

Πλέον, το βιοτικό επίπεδο των Αλβανών ανέβηκε, η χώρα τους αναπτύχθηκε και αναπτύσσεται ραγδαία, η εθνική οικονομία καλυτέρευσε, οι ευκαιρίες αυξήθηκαν, η ελευθέρια του πληθυσμού διευρύνθηκε, αν και δεν κατακτήθηκε ολόκληρη. Αφού η Αλβανία είναι από τις λιγοστές ευρωπαϊκές χώρες που δεν είναι μέλος της συνθήκης Σένγκεν και οι πολίτες της χρειάζονται ακόμη βίζα για να ταξιδέψουν. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν θα διαρκέσει πολύ διότι μέσα στο 2010 ή το πολύ στις αρχές του 2011 θα επιτραπεί και στους γείτονές μας να ταξιδέψουν ελεύθερα στην Ευρώπη. Αλλά μια και μιλήσαμε για άλλες εποχές και αλλαγή σκηνικού, υπάρχουν σήμερα Έλληνες που πάνε στην Αλβανία για διακοπές; Υπάρχουν, είναι η ξεκάθαρη απάντηση. Και μάλιστα από φέτος έχουν αυξηθεί πάρα πολύ. Μια σύντομη διαμονή στην πανέμορφη και τουριστική πόλη των Αγίων Σαράντα (σκέτο Σαράντα για τους ντόπιους), ένα ξακουστό θέρετρο στη Νότια Αλβανία, αντίκρυ της Κέρκυρας, σε πείθει απολύτως. Την περασμένη εβδομάδα, μαζί με τον συνάδελφο της “Καθημερινής”, Κώστα Ονισένκο, βρεθήκαμε εκεί. «Η Αλβανία, και ειδικά αυτή η πόλη, αναπτύσσεται τόσο ραγδαία που, αν λείψεις έξι μήνες, νομίζεις ότι έρχεσαι σε άλλη πόλη, μας λέει ο κύριος Καπώνης, Έλληνας που βρίσκεται εκεί ως διευθυντής μιας τουριστικής μονάδας. Το βλέπετε και οι ίδιοι, άλλωστε, πως όπου κι αν στρέψεις το βλέμμα θα συναντήσεις και μια οικοδομή να υψώνεται. Κυρίως φτιάχνουν ξενοδοχεία. Υπάρχει πολύ χρήμα εδώ και φαίνεται. Ο τουρισμός καλπάζει, είτε των ξένων είτε των εύπορων Αλβανών. Που έχουν πλέον αυξηθεί πάρα πολύ. Και οι μεν και οι δε. Οι συμπατριώτες μας έρχονται, πια, έχοντας ξεπεράσει τις αρχικές τους αναστολές. Οι τιμές ασύγκριτα καλύτερες, κυρίως στο φαγητό. Βεβαίως και στα δωμάτια». Ο Δημήτρης και ο Γιάννης, δυο νεαροί φίλοι από τα Γιάννενα, πίνουν τον καφέ τους στο μπαλκόνι του ξενοδοχείου, απόγευμα Σαββάτου. Απέναντι η Κέρκυρα, σαν να έχει αγκαλιάσει τους Αγίους Σαράντα, λούζεται στον ίδιο ήλιο, που ετοιμάζεται να μας αποχαιρετήσει βουτώντας στα γαλανά νερά του Ιονίου. Που με τη σειρά του βρέχει τις δυο πανέμορφες παραλίες. «Θα μπορούσαμε να είμαστε απέναντι, να ξεκουραζόμαστε και να πίνουμε τον καφέ μας. Επιλέξαμε να έρθουμε εδώ για δύο λόγους. Καταρχήν η απόσταση. Σε περίπου δυο ώρες από τα Γιάννενα βρεθήκαμε στο ξενοδοχείο μας. Και το δεύτερο, οι τιμές. Καμιά σχέση με τις δικές μας. Και χαμόγελο, πολύ χαμόγελο, φίλε. Ακόμη, οι άνθρωποι εδώ δεν έχουν συννεφιάσει. Μπορεί και να μην έχει φτάσει ακόμη εδώ η οικονομική κρίση, ή και να μην έχουν τις δικές μας έγνοιες, αλλά, όπως και να το κάνουμε, είναι πιο χαρούμενοι. Με τις ίδιες παροχές, αν πηγαίναμε στην Κέρκυρα ή σε άλλο νησί, είναι βέβαιο ότι θα χρειαζόμασταν το τετραπλάσιο των χρημάτων. Μπορεί να μην υπάρχουν ακόμη μερικές ανέσεις, που κυρίως έχουν να κάνουν με το γεγονός πως γίνονται παντού έργα εν μέσω τουριστικής σεζόν και υπάρχει αρκετή σκόνη στους δρόμους και ο θόρυβος από τα βαριά μηχανήματα που σκάβουν η σπάνε πέτρα -σε μια πόλη που κυριολεκτικά φτιάχνεται πάνω σε βράχους-, αλλά τις απογευματινές ώρες τα πράγματα ηρεμούν αρκετά. Και αν κάποιος μας το έλεγε πριν από μερικά χρόνια, τότε που βλέπαμε του Αλβανούς μετανάστες να περνάνε από την πόλη μας ταλαιπωρημένοι και φτωχοί, ότι θα ερχόμασταν στην Αλβανία να κάνουμε τις διακοπές μας, θα τον περνούσαμε για τρελό. Σήμερα, όμως, θα του συστήσουμε ανεπιφύλακτα να έρθει και αυτός εδώ. Αξίζει, φίλε». Κάνοντας βόλτες στην πόλη, αφού το μάτι μου σταμάτησε σε πολλούς τουρίστες και οι διάλογοι που εξελίσσονταν στην ελληνική γλώσσα σού έδιναν την αίσθηση ότι βρισκόσουν σε ελληνική παραλία, βρέθηκα σε ένα κεντρικό σημείο, κοντά στο μικρό λιμανάκι με τις συμπαθητικές βαρκούλες των ερασιτεχνών ψαράδων, ψάχνοντας ένα σημείο ελεύθερης πρόσβασης στο Ίντερνετ. Στα σκαλοπάτια, τέσσερις μεσήλικες συζητάνε στα ελληνικά για τη βραδινή τους βόλτα, προτείνοντας ο καθένας διαφορετικό προορισμό. Δείχνουν να γνωρίζουν καλά την περιοχή. Μπαίνω στην κουβέντα τους και αμέσως διακρίνω την επιθυμία να μου διηγηθούν πράγματα για την Αλβανία. «Ερχόμαστε τα τελευταία τέσσερα χρόνια, κάθε καλοκαίρι Βρισκόμαστε εδώ για έναν μήνα τουλάχιστον. Εξάλλου, είμαστε από την Κέρκυρα. Δυο φορές την ημέρα έχει φέρι μποτ, οπότε, ούτε καν το αυτοκίνητο χρησιμοποιούμε. Η πόλη εδώ είναι μικρή, και είτε με τα πόδια, στις κοντινές αποστάσεις, είτε με το ταξί για λίγο πιο μακριά, μπορούμε και βολευόμαστε. Περνάμε πολύ ωραία εδώ, πάρα πολύ ωραία. Φθηνά δωμάτια, πολύ χαμόγελο. Ειδικά με τις τιμές στο φαγητό δεν μπορείς να κάνεις καμιά σύγκριση με την Ελλάδα. Τεράστια η διαφορά. Ειλικρινά, χωρίς κανένα ίχνος δισταγμού -μου λέει ο μεγαλύτερος σε ηλικία- θα πρότεινα σε όποιον θέλει να κάνει διακοπές, αλλά δεν του αρκούν τα χρήματα, να ρίξει μια ματιά κι εδώ. Τόσο κοντά στην Ελλάδα, τόσο άνετα και, αναμφίβολα, πολύ πιο φθηνά. Ναι, βεβαίως και υπάρχουν μερικές ελλείψεις, ειδικά σε ό,τι αφορά το επαγγελματικό προσωπικό στα εστιατόρια. Αλλά στα ξενοδοχεία δεν λείπει. Εξάλλου, αυτό μπορεί να δικαιολογηθεί. Εδώ ο κόσμος τρέχει και αναπτύσσεται πολύ γρήγορα, αντίθετα με την επαγγελματική νοοτροπία και συνείδηση, τα οποία, σε κάποιο βαθμό, είναι ακόμα επηρεασμένα από την αρκετά πρόσφατη κλειστή χώρα που δεν επέτρεπε την ιδιωτική πρωτοβουλία». Έτσι, φύγαμε από τους Αγίους Σαράντα παίρνοντας μαζί μας την εικόνα μια απίστευτης αλλαγής, αλλά και ανατροπής των δεδομένων. Έλληνες τουρίστες στην Αλβανία. Μια απτή πραγματικότητα.
ΑΥΓΗ