Η εποποιΐα του 1940 και η Απελευθέρωση της Β. Ηπείρου
Το σχόλιό σας είναι στην ουρά για επιμέλεια από τη διαχείριση του ιστοτόπου και θα δημοσιευτεί αφού εγκριθεί., 30/10/2009 - 19:24
- Ο τίτλος του μπλοκ όπως εμφανίζεται στο χρήστη.
Όπως καταγράφεται μέσα από τον Αθηναϊκό Τύπο της εποχής
• Εξήντα εννέα χρόνια συμπληρώθηκαν από το πρωινό της 28ης Οκτωβρίου 1940, κατά το οποίο η Ελλάδα απέκρουσε την ιταμή πρόκληση της Ιταλίας, να παραδώσει το έδαφός της και να υποτάξει τη θέλησή της στη βία, την οποία εκπροσωπούσε.
Προάγγελος της ιταλικής εισβολής στη χώρα μας, η αφορμή του πολέμου, ήταν ένα συνταρακτικό γεγονός που συγκλόνισε το Πανελλήνιο. Το καταδρομικό του στόλου μας «Έλλη», που σημαιοστόλιστο ήταν αγκυροβολημένο έξω από το λιμάνι της Τήνου για τον πανηγυρισμό της Μεγαλόχαρης (15 Αυγούστου), τορπιλίστηκε από ιταλικό υποβρύχιο. Η πρωτάκουστη αυτή ανέντιμη και άνανδρη πράξη εις βάρος της χώρας μας εξήγειρε τα πνεύματα και χαλύβδωσε την ενότητα του ελληνικού λαού, τον οποίον έθιξε καίρια στην εθνική και θρησκευτική του συνείδηση.
Τα γεγονότα που ακολούθησαν είναι γνωστά: Την 3η πρωινή της Δευτέρας 28 Οκτωβρίου, ο πρέσβυς της Ιταλίας στην Αθήνα Gratzi επέδωσε στον πρωθυπουργό Ιωάννη Μεταξά τελεσίγραφο, με το οποίο ζητούσε να καταλάβει η Ιταλία τις βάσεις και τα σημεία εκείνα του ελληνικού εδάφους, που έκρινε αναγκαία. Συγχρόνως δήλωνε ότι εάν ως τις 6 το πρωί η ελληνική κυβέρνηση δεν απαντήσει ο Ιταλικός στρατός θα εισβάλει στο ελληνικό έδαφος.
Ο Ι. Μεταξάς, γνωρίζοντας και το ομόθυμο πνεύμα των Ελλήνων, δεν δίστασε ούτε στιγμή να απορρίψει το ατιμωτικό τελεσίγραφο και με το ιστορικό εκείνο «ΟΧΙ», που έγινε σύμβολο της ελληνικής λεβεντιάς, η Ελλάδα, από ουδέτερη, βρέθηκε στη δίνη του πολέμου.
Αμέσως κηρύχτηκε γενική επιστράτευση. Οι σειρήνες σήμαιναν ένα χρέος, την καινούργια ώρα της ελληνικής ιστορίας.
Οι Έλληνες μέσα σε παραλήρημα ενθουσιασμού σύσσωμοι έτρεχαν να καταταγούν στο στρατό και να φύγουν για το μέτωπο. Το σύνθημα του εθνικού ξεσηκωμού το έδιναν οι ραδιοσταθμοί, οι σειρήνες, οι καμπάνες, τα δακρυσμένα ξεπροβοδίσματα των στρατευμένων, οι ευχές αυτών που έμειναν και η αγωνία για την εξέλιξη του αγώνα. Βιάζονταν όλοι να δώσουν το παρόν και έτρεχαν για τα ηπειρωτικά βουνά με φλόγα και αισιοδοξία, γνωρίζοντας την τραγικότητα και τις συνέπειες αυτού του πολέμου.
Όμως, η εθνική συνείδηση πρόβαλε σε κάθε περίπτωση.
Παράλληλα, ολόκληρος ο πληθυσμός, νέοι και γέροντες, γυναίκες και παιδιά, βρίσκονταν ολόψυχα στο πλευρό των μαχομένων. Η ηθική και υλική βοήθεια, που από την πρώτη στιγμή του πολέμου δόθηκε στους στρατιώτες μας από τα μετόπισθεν, θα μείνει χωρίς προηγούμενο.
Το «ΟΧΙ» υπαγορεύτηκε από την απροσμέτρητη δύναμη της ελληνικής ψυχής. Απάντησαν οι Έλληνες οδηγημένοι από τη γνώση του παρελθόντος και την επίγνωση του μέλλοντος.
Η ιστορία διδάσκει πως μονάχα η τόλμη γράφει σεβαστές σελίδες της ανθρώπινης πορείας, με θεμέλιο τη θυσία και όχι το αποτέλεσμα. Γιατί η πορεία στη θυσία, άσχετα από το αποτέλεσμα, είναι πράξη που κλείνει μέσα της υψηλά νοήματα.
Οι ιταλικές δυνάμεις, μετά το ηχηρό ελληνικό «ΟΧΙ», τις πρωινές ώρες της 28ης Οκτωβρίου, εισέβαλαν στο ελληνικό έδαφος. Ο ελληνικός στρατός με γενναιότητα αμυνόταν του πατρίου εδάφους.
Η ιαχή «αέρα» αντηχούσε από τον Καλαμά, το Καλπάκι, από την Πίνδο. Ένας αέρας νίκης διέτρεχε τα ηπειρωτικά βουνά από τις πρώτες κιόλας μέρες του πολέμου.
Η πρώτη αποφασιστική μάχη δόθηκε στο Καλπάκι. Εκεί παίχτηκε μια παγκόσμια τραγωδία. Το Καλπάκι έγινε το ορόσημο, η αφετηρία τόσων άλλων νικών, που έφεραν τη γαλανόλευκη να κυματίζει περήφανα στα χωριά και στις πόλεις της Βορείου Ηπείρου.
Η Πίνδος έγινε ο κυματοθραύστης των επίλεκτων ιταλικών μονάδων. Οι ηρωικές Ελληνίδες της Πίνδου φορτώνονταν τα πυρομαχικά και γκρέμιζαν βράχια εναντίον των Ιταλών. Οι Ελληνίδες των πόλεων έπλεκαν τις φανέλες και τις κάλτσες του στρατιώτη. Η νίκη προχωρούσε με την ορμή του στρατού μας που μάχονταν στα άγρια βουνά της μαρτυρικής Βορείου Ηπείρου.
Ο Αθηναϊκός τύπος της εποχής καταγράφει λεπτομερώς τα γεγονότα πριν και μετά την έναρξη του πολέμου. Γράφει για τον τορπιλισμό της «Έλλης», για την ιταλική πρόκληση, την έναρξη των εχθροπραξιών, την απώθηση του ιταλικού στρατού πέρα από τα ελληνικά σύνορα και την απελευθέρωση της Βορείου Ηπείρου:
Για τον τορπιλισμό της «Έλλης» γράφουν οι Αθηναϊκές εφημερίδες: Ο «Ασύρματος (16-8-1940): «Ετορπιλίσθη χθες το καταδρομικόν «Έλλη» υπό αγνώστου υποβρυχίου, έξω του λιμένος της νήσου Τήνου. Εβυθίσθη φλεγόμενον παρά τον ηρωισμόν του πληρώματος».
Η «Ακρόπολις (Σάββατον 17-8-1940): «Το στιλέτο. Ο εις Τήνου απεσταλμένος μας περιγράφει τας λεπτομερείας του τορπιλισμού της «Έλλης».
Η «Νέα Ελλάς» (αποκαλύπτει την Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 1940): «Η στυγερά δολοφονία αποκαλύπτεται. Ιταλικόν υποβρύχιον ετορπίλισε την «Έλλη». Επί των θραυσμάτων διεπιστώθησαν τα ιταλικά σήματα».
Και οι εχθροπραξίες αρχίζουν. Οι Έλληνες σύσσωμοι και ομονοούντες αντιμετωπίζουν τους εισβολείς.
Στην προμετωπίδα του «Ασύρματου» στις 28 Οκτωβρίου1940, διαβάζουμε: «Τους γνωρίζωμεν καλά. Είναι οι δειλοί δολοφόνοι της Τήνου». Και σε κύριο άρθρο: «Έλληνες εις τα όπλα! Ήρχισαν σήμερον αι εχθροπραξίαι. Το πρώτον ανακοινωθέν του Ελληνικού Επιτελείου. Πρωινοί συναγερμοί εις Αθήνας. Το Έθνος σύσσωμον αντιμετωπίζει την θρασύδειλον πρόκλησιν των Ιταλών. Εμπρός της Ελλάδος παιδιά».
Το «Έθνος» (4 μ.μ. - Αθήνα - Εσπέρα - Σάββατο 2 Νοεμβρίου 1940): «με την πολεμικήν ιαχήν «Αέρα, αέρα» ο στρατός μας εισέβαλεν εις Αλβανίαν». Η «Ακρόπολις» (3 Νοεμβρίου 1940): «Ευνοϊκή εξέλιξις των επιχειρήσεων». Ο «Ασύρματος» (4 Νοεμβρίου 1940): «Ανηλεή πλήγματα κατά των Ιταλών με ακάθεκτους εξορμήσεις ο στρατός και η αεροπορία σκορπίζουν τον πανικόν. Οι εύζωνοι ορμούν από αποκρήμνους περιοχάς. Το ελληνικόν πυροβολικόν θερίζει τον εχθρόν. Το ελληνικόν ιππικόν καταδιώκει διά της σπάθης τα εχθρικά στρατεύματα».
Στις 10 Νοεμβρίου ο «Ασύρματος» σημειώνει ότι «σύσσωμος ο λαός έτοιμος διά πάσαν θυσίαν».
Τα «Αθηναϊκά Νέα» (11 Νοεμβρίου 1940): «Ελληνίδες χωρικαί μετέφερον πυρομαχικά εις τα προκεχωρημένα φυλάκια των κορυφογραμμών».
Και η «Νέα Ελλάς» (11 Νοεμβρίου 1940): «Νενικήκαμεν νίκην λαμπράν. Πλήρης ήττα και αποσύνθεσις της περιφήμου μεραρχίας Αλπινιστών. Κατόπιν δεκατριημέρων επιχειρήσεων εις Β. Πίνδον. Παρεσύρθησαν εις φυγήν και αι αποσταλείσαι προς ενίσχυσίν των δυνάμεις. Θα τιμήσει την ανθρωπότητα ο θρίαμβος της Ελλάδος».
Η «Καθημερινή» στις 22 Νοεμβρίου 1940: «Μεγάλαι αι επιτυχίαι των ελληνικών όπλων. Κατόπιν θυελλώδους ελληνικής αντεπίθεσις η 3η Μεραρχία των Αλπινιστών ενισχυμένων δι’ ιππικού Βερσαλλιέρων και Φασιστικής Εθνοφρουράς εξεμηδενίσθη. Εις την άτακτον φυγήν της παρέσυρε και τας σταλείσας εξ Αυλώνος ενισχύσεις. Πολυπληθείς αιχμάλωτοι και παντοίον υλικόν περιελθόν εις ημετέρας χώρας».
Ο «Ασύρματος» (Τετάρτη 27 Νοεμβρίου 1940) σημειώνει: «Αναπτύσσεται η προέλασις του στρατού μας. Η εποποιΐα των γυναικών της Ηπείρου. Σε απρόσιτα βουνά μετέφερον τα κανόνια».
T T T
Οι επιχειρήσεις στο Βορειοηπειρωτικό μέτωπο εξελίσσονται ικανοποιητικά για τα ελληνικά όπλα. Οι φαντάροι μας μέσα από απόκρημνες χαράδρες και χιονοσκέπαστες περιοχές προελαύνουν καταλαμβάνοντας τις βορειοηπειρωτικές πόλεις.
Γύρω από την Κορυτσά διεξάγονται σφοδρές μάχες. Στις 22 Νοεμβρίου ο ελληνικός στρατός μπαίνει θριαμβευτής στην πόλη.
Η «Καθημερινή» (19 Νοεμβρίου 1940) σημειώνει: «Εις την περιοχήν της Κορυτσάς εξηκολούθησαν σφοδροί αγώνες με νέας ελληνικάς επιτυχίας».
Ο «Ασύρματος» (Σάββατον 23 Νοεμβρίου 1940): «Κορυτσά, ο τάφος της φασιστικής αλαζονείας. Θυελλώδης προέλασις του στρατού μας συνέτριψε τον εχθρόν εις Β. Μέτωπον. Αγών στήθος με στήθος».
Ο Κώστας Πολίτης, ανταποκριτής του ασύρματου στέλνει στην εφημερίδα την εξής ανταπόκριση. Η εφημερίδα τη δημοσιεύει με πηχυαίους τίτλους:
«Η πόλις των θρύλων και των ονείρων. Η Κορυτσά όπως την εγνώρισα. Εκεί όπου χθες ανέτειλεν η Ελευθερία».
Η «Νέα Ελλάς» (25 Νοεμβρίου 1940): «Η Κορυτσά ελευθέρα! Ο στρατός μας την κατάλαβε... Το παραλήρημα της χαράς διά την μεγάλην νίκην. Ο εχθρός φεύγει πανικόβλητος καταδιωκόμενος κατά πόδας».
Η «Καθημερινή» (23 Νοεμβρίου 1940): «Ο περιφανής θρίαμβος των ελληνικών όπλων. Η Κορυτσά κατελήφθη χθες υπό του προελαύνοντος ελληνικού στρατού. Ο λαός της πόλεως υπεδέχθη μετ’ ενθουσιασμών εκδηλώσεων τους ελευθερωτάς. Το θεωρούμενον απόρθητον όρος Ιβάν περιελήφθη από της μεσημβρίας της χθες εις τας ελληνικάς χείρας».
Η «Ακρόπολις» (23 Νοεμβρίου 1940): «Η κυανόλευκος κυματίζει από χθες εις την Κορυτσάν. Ο ατάκτως φεύγων και πυρπολών τα πάντα εχθρός σφυροκοπείται συνεχώς».
Τα «Αθηναϊκά Νέα» (30 Νοεμβρίου 1940): «Πώς υπεδέχθη η Κορυτσά τους ηρωικούς μας φαντάρους. Η άγρια ιταλική τρομοκρατία».
Ο Θεμ. Αμουτζόπουλος, εκ των απεσταλμένων της «Καθημερινής» στο μέτωπο, έστειλε στην εφημερίδα στις 25 Νοεμβρίου 1940 την εξής τηλεφωνική ανταπόκριση: «Από την λυτρωμένην Κορυτσάν».
«ΚΟΡΥΤΣΑ (Απόγευμα Κυριακής, τηλεφωνικώς): Ας ευχαριστήσουμε τον Θεό που μας ηξίωσε να παρασταθούμε αυτές τις ώρες στο μεγάλο θρίαμβο της φυλής μας. Δεν ξέρουμε ποιες στιγμές ζήτε σεις εκεί κάτω μ’ αν ρωτήσετε για μας, ζούμε μέσα στην αχλύ ενός ονείρου. Από την ώρα που βρεθήκαμε στη ζώνη των «πρόσω» συνεπαρθήκαμε σ’ αυτόν τον σίφουνα, σ’ αυτή την τρέλλα, στο ομαδικό παραλήρημα της νίκης... Χαλάει ο κόσμος από τα προχθές σ’ αυτή την Πολιτεία. Λες και γιορτάζουν την Ανάσταση. Όμοια μια ανάσταση ωσάν εκείνη του ‘21... Η Πολιτεία πλέει στην κυανόλευκη και στο χακί... Οι δρόμοι της είναι γεμάτοι από τον άμαχο πληθυσμό... που έχει ξεχυθεί να χαρεί την πραγματικότητα του ονείρου που κράτησε τόσα και τόσα χρόνια. Σ εκάθε μάτι κι ένα δάκρυ και σε κάθε χέρι ένα μαντήλι. Μας αγκαλιάζουν οι γερω-Ηπειρώτες και μας φιλούν·στο πρόσωπο, στα ρούχα, στα χέρια.
– Καλώς ήλθατε. – Να μας ζήσετε! Αυτό το πανηγύρι της χαράς είχε κορυφωθεί το πρωί όταν παρήλασε το 27ο Σύνταγμα... Κι από μπαλκόνια κι από παράθυρα λουλούδια - βροχή τα λουλούδια - έρραιναν τους γενναίους...».
Και ο Σπύρος Μελάς, ανταποκριτής της «Καθημερινής» στέλνει από την Κορυτσά στις 4 και στις 5 Δεκεμβρίου 1940 τα εξής:
«ΚΟΡΥΤΣΑ, Νοέμβριος. Πέντε Ιταλικές Μεραρχίες υπεράσπιζαν αυτή τη γραφική και ξακουστή πόλη, που πλέει τώρα στις ελληνικές σημαίες. Και την κατάλαβε, όπως ξέρετε, ένα τάγμα μας ροβολώντας από την κορυφή Ατανάς - Άγιος Αθανάσιος - για να μπει στην Κορυτσά που ο εχθρός την έχει αδειάσει πια...».
Και στις 5 Δεκεμβρίου με τα «φτερά της δόξας...» στέλνει ανταπόκριση με τον τίτλο: «Ανάμνησις μαύρου ονείρου»:
«Είναι Κυριακή, εικοσιτέσσερες Νοεμβρίου και οι καμπάνες της μητροπόλεως, αυτά τα αιθέρια όργανα όλων των ομαδικών ενθουσιασμών και όλων των ομαδικών θλίψεων, σημαίναν, αυτή τη φορά χαρμόσυνα, για τη δοξολογία που γίνεται, για τη θριαμβευτική νίκη των ελληνικών όπλων. Ο φρούραρχος, ο διοικητής, ο διευθυντής της αστυνομίας, οι αξιωματικοί και οπλίται παραταγμένοι στην τιμητική θέση, μπροστά στο τέμπλο με τις ωχρές κι επιβλητικές μορφές των αγίων που φαντάζουν αέρινες κι εξωτικές, κάτω από το μελιχρό φως των αναμμένων καντηλιών. Και πίσω απ’ αυτούς... ο λαός της Κορυτσάς που στέκει με βαθειά κατάνυξη. Ο πληθυσμός δεν έχει συνέλθει ακόμη από την έκπληξη... Ο στρατός μας είναι στα μάτια του ελευθερωτής... Ο πληθυσμός δέχεται τα φανταράκια μας στα σπίτια τους, τα κορίτσια τους προσφέρουν μεζέδες και κρασί. Οι δρόμοι της ώμορφης Κορυτσάς, της πολιτισμένης, της χριστιανικής, της ελληνικής, από τη λεωφόρο του Αγίου Γεωργίου ως το τελευταίο στενό των μακρινών συνοικιών, αντιλαλούν από τραγούδια».
Και οι μάχες, σκληρές μάχες, συνεχίζονται. Βιάζεται ο τσολιάς, τρέχει προς το Πόγραδετς, την Τρεμπεσίνα, την Κλεισούρα, κυνηγώντας τους Ιταλούς να τους ρίξει στη θάλασσα.
«Πόλεμος μέσα στα χιόνια θα γράψει ο Σπύρος Μελάς («Καθημερινή» - Τρίτη 10 Δεκεμβρίου): «Μπαίνουμε στη χιονοσκέπαστη περιοχή, στην καρδιά των θυελλωδών ηρωικών προελάσεων για την εκκαθάρισι και την ολοκλήρωσι της κατοχής του ορεινού όγκου ως τις πλαγιές που αντικρύζουν κάποια γύρω βουνοσειρά... Το τοπίο είναι από τα πιο άγρια...».
Η «Καθημερινή» (1 Δεκεμβρίου 1940): «Η ελληνική προέλασις συντρίβει την αντίστασιν του Ιταλικού στρατού. Η κατάληψις του Πόγραδετς».
Και ο ελληνικός στρατός προελαύνει ακάθεκτος.
«Ο Ασύρματος» (21 Δεκεμβρίου 1940): «Η Ελληνική εποποιΐα. Η λόγχη εξουδετερώνει πολυβόλα και όλμους. Τα υψώματα της αμύνης του εχθρού κατελαμβάνονται σπιθαμήν προς σπιθαμήν. Ηρωικαί συγκρούσεις πλησίον του Τεπελενίου.. Και η ίδια εφημερίδα στις 23 Δεκεμβρίου 1940: «Το Τεπελένι περισφίγγεται σταθερώς υπό του στρατού μας. Καθηλούνται εχθρικά τμήματα».
Στις 4 Δεκεμβρίου πραγματοποιήθηκε η κατάληψη της Πρεμετής. Από τις 15 Δεκεμβρίου γράφει το «Έθνος»: «Ο στρατός προελαύνει ραγδαίως μετά την κατάληψιν της Πρεμετής».
Και ο «Ασύρματος» στις 10 Ιανουαρίου 1941 επισημαίνει: «Δεκαήμερος επικός αγών διά την Πρεμετήν».
Γράφει: Νίκος Υφαντής
ΠΡΩΙΝΟΣ ΛΟΓΟΣ