Οι δύο ηρωικοί Χειμαριώτες που έμειναν στην αφάνεια επί 67 χρόνια!


Το μπλοκ %name διαγράφηκε.Το μπλοκ %name διαγράφηκε.Σύντομη περιγραφή του μπλοκ σας. Χρησιμοποιείται στη <a href="%overview">σελίδα επισκόπησης των μπλοκ</a>.Σύντομη περιγραφή του μπλοκ σας. Χρησιμοποιείται στη σελίδα επισκόπησης των μπλοκ.

Εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς στο Ορεινό Πωγωνίου

Του ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ Γ. ΒΑΛΕΡΑ, δάσκαλου

• Ιούλιος μήνας του 1943. Ο υπερήφανος όγκος του Μακρύκαμπου βρίσκεται σε έξαρση. Χιλιάδες αιγοπρόβατα πλημμύριζαν τις βαθύσκιωτες γκρόπες και τις γαλήνιες πλαγιές του. Οι τσοπάνηδες σαλαγάνε τα κοπάδια τους με φόβο και αγωνία. Έχουν τρία χρόνια που δεν ανθεί στα χείλη τους το χαμόγελο και το τραγούδι. Δεν ακούς φλογέρα και πολυφωνικές μελωδίες. Συμβουλεύουν τις γυναίκες τους, που θα τους φέρουν το φαγητό και το κουρκούτι για τους φύλακες του κοπαδιού, να μη βαδίζουν τη συνηθισμένη στράτα αλλά να διαλέγουν τα πιο δύσβατα μονοπάτια για ν’ αποφεύγουν τις περιπολίες των Γερμανών. Συμβουλεύουν και τους Χειμαριώτες που νοικιάζουν ένα μέρος του Μακρύκαμπου να παίρνουν προληπτικά μέτρα.
20 Ιουλίου 1943. Από την κουτσουπιά του Ορεινού, που είχε στρατοπεδέψει μια μεγάλη Γερμανική Μονάδα, ξεκινά περίπολος από 10 περίπου πάνοπλους Γερμανούς. Μετά μιάμιση ώρα φτάνουν στο βουνό. Στη Βάρδα συναντούν τον πρώτο τσέλιγκα, τον Γιώργο Βαλερά. Ελληνικά δεν ξέρουν αλλά ούτε και ο κτηνοτρόφος Γερμανικά. Άρχισαν να πυροβολούν στα σκαρπιά και στις ρεματιές. Έντρομος ο βοσκός προσπαθεί να δαμάσει τα σκυλιά του και να μαζέψει το διασκορπισμένο κοπάδι του. Οι Γερμανοί τον πλησιάζουν. Βλέπουν την αναπηρία και με νοήματα τον ρωτούν πώς έχασε το δεξί του χέρι.
- Μπαμ-μπαμ Ιταλιάνο, τους απαντά ο Γιώργος και τους δείχνει τη ράχη που έχασε το χέρι του. Οι Γερμανοί χτυπούν φιλικά τον ώμο του και παραγγέλλουν, με νοήματα, να τους ετοιμάσει βρασμένο γάλα όταν επιστρέψουν από την περιπολία.
Ο βοσκός βλέπει στην απέναντι πλαγιά τέσσερις αγωγιάτες με φορτωμένα τα ζώα τους. Κατάλαβε. Ήταν Χειμαριώτες και Αλβανοί που ερχόταν από τη γειτονική χώρα με τρόφιμα για την κτηνοτροφική τους μονάδα. Απέσυρε το βλέμμα του από το θέαμα αυτό γιατί κατάλαβε το κακό που επρόκειτο να συμβεί.
Προσπαθεί με νοήματα να καθυστερήσει τους Γερμανούς. Άρχισε ν’ αρμέγει τα πρόβατα για το γάλα που ζήτησαν. Οι Γερμανοί όμως δεν πέφτουν στην παγίδα! Απομακρύνονται γρήγορα και σε λίγο συλλαμβάνουν τους άντρες. Περνούν από το γρέκι του Γιώργου. Προσπαθεί να τους εξηγήσει πως τα τρόφιμα δεν τα έχουν για να τροφοδοτήσουν τους αντάρτες – όπως πίστευαν οι Γερμανοί – αλλά για τις ανάγκες τους, αφού βρίσκονταν πολύ μακριά από τα σπίτια τους. Άδικα όμως…
Οι Γερμανοί με άγριες φωνές και λακτίσματα σπρώχνουν τους άντρες για το δρόμο που θα τους οδηγήσει στη Μονάδα τους. Βρασμένο γάλα δεν έφαγαν, προείχε βλέπετε το γερμανικό καθήκον.
Περνούν από το Ορεινό. Όλο το χωριό συνάζεται για να μάθει τι συνέβει. Αντικρύζουν τέσσερα παλληκάρια, αιχμάλωτοι των Γερμανών, όχι όμως Ορεινιώτες. Προσπαθούν να τους οδηγήσουν στο προαύλιο της Εκκλησίας. Η είσοδος του καμπαναριού στενή. Τα μουλάρια άρχισαν να κλωτσούν να χλιμιντρούν. Έγινε πανζουρλισμός! Άνθρωποι περίεργοι, Γερμανοί, μουλάρια, αιχμάλωτοι, έγιναν ένα μελισσολόι. Ένας Αλβανός αιχμάλωτος βρίσκει την ευκαιρία, ξεφεύγει από το ανθρώπινο συνοθύλευμα και πηδάει από τον οβορό της εκκλησίας. Τρέπεται σε φυγή. Οι Γερμανοί τον γαζώνουν αλλά σώνεται. Την άλλη μέρα στο Περβόλι βρήκαμε το ένα του παπούτσι.
Έξαλλοι οι Γερμανοί αλυσσοδένουν τους υπόλοιπους και παίρνουν το δρόμο για τη Μονάδα τους.
Οι δύο Χειμαριώτες και ο Αλβανός ζητούν διερμηνέα. Διοικητής ήταν, κατά πάσα πιθανότητα, ο Βαλχάιμ, ο μετέπειτα Γ.Γ. του ΟΗΕ. Άνθρωπος ήπιων τόνων, δεν διέταξε την άμεση εκτέλεσή τους. Οι μέρες όμως περνούσαν χωρίς να βρεθεί διερμηνέας. Στις 25 Ιουλίου η Γερμανική Μονάδα παίρνει διαταγή να μετακινηθεί. Οι αιχμάλωτοι, δύο Χειμαριώτες και ένας Αλβανός, εκτελούνται στη θέση «Μπακάλια» κάτω από μια θεόρατη καρυδιά. Η άνανδρη, απάνθρωπη και κακουργηματική τους πράξη εκτελέστηκε. Οι πυροβολισμοί ακούστηκαν από το χωριό. Σύσσωμοι οι Ορεινιώτες κατέβηκαν στην Κουτσουπιά. Φθάνουν στα «Μπακάλια» και αντικρύζουν το φρικτό θέαμα. Η συγκίνηση έκδηλη. Οι γυναίκες τους μοιρολογούν σαν δικά τους παιδιά.
Με κουβέρτες μεταφέρουν τους δύο χριστιανούς Χειμαριώτες στην εκκλησία τους για να τους κηδέψουν όπως αρμόζει. Ειδοποιούν τους συγγενείς τους. Ειδοποιούν όμως και τους συγγενείς του Αλβανού. Δεν τους το επέτρεπε η συνείδησή τους να τον αφήσουν άταφο στην ερημιά! Ήρθαν, την ίδια μέρα, και τον μετέφεραν στο δικό τους τζαμί.
Οι δύο ηρωικοί Χειμαριώτες που η μοίρα τους ήταν ν’ αφήσουν την τελευταία τους πνοή στον κάμπο του Ορεινού και τα οστά τους στο νεκροταφείο του Ορεινού ήταν ο Ανδρέας Λάμπρης ετών 35 και ο Διογένης Καίσαρης ετών 32 από το Κούδες της Χειμάρας. Ο Ανδρέας άφησε στην ορφάνια τρία ανήλικα παιδιά και τη γυναίκα του έγκυο στο τέταρτο, ο δε Διογένης άφησε δύο ορφανά.
Στις 26 Ιουλίου έγινε η κηδεία. Θυμάμαι εκείνη τη θλιβερή μέρα. Ήμουν έξι χρονών. Όλο το χωριό στην κηδεία σα να κήδευε χωριανούς του, παιδί ή πατέρας του. Ο αείμνηστος παπα-Μηνάς Γκαλίτσης άρχισε τη νεκρώσιμη ακολουθία. Η κατάνυξη μεγάλη, η θλίψη διάχυτη.
Κάποια γερόντισσα δε βάσταξε:
«Την κατάρα μου νά’χετε Γερμανοί! σκοτώσατε αθώα παλληκάρια», αναφώνησε. Η γυναίκα του Διογένη, σε όλη τη διάρκεια της νεκρώσιμης ακολουθίας έκλαιγε γοερά, ξερίζωνε τα μαλλιά της κεφαλής, ξέσκιζε με τα νύχια το πρόσωπό της!
- Έτσι δείχνουν τον πόνο τους οι Χειμαριώτισσες, είπε κάποιος ηλικιωμένος που ταξίδευε συχνά στα μέρη τους και ήξερε τα ήθη τους.
Η ακολουθία τελείωσε, οι δυστυχισμένοι συγγενείς αναχώρησαν. Το ανθρώπινο καθήκον των Ορεινιωτών δεν τελείωσε. Οι μαστόροι του σκάλισαν σε μια λεία πέτρα το σταυρό και τα γράμματα Α.Δ. (Ανδρέας-Διογένης) 26 Ιουλίου 1943.
Μάρτυρας λέγεται αυτή η πλάκα και δηλώνει ποιος νεκρός «κοιμάται» κάτω από τον μάρτυρα.
Πέρασε πάνω από μισός αιώνας και ένα ωραίο πρωινό γέμισε το άδειο πια Ορεινό από Χειμαριώτες! Ήταν οι απόγονοι του Ανδρέα και του Διογένη που ήρθαν για την ανακομιδή των λειψάνων των ηρωικών παπούδων τους.
Ο μάρτυρας τους οδήγησε στο σημείο που βρίσκονταν τα ιερά οστά τους. Τον Ανδρέα τον βρήκανε αμέσως. Τον Διογένη δυσκολεύονται να τον βρούνε. Παίρνουν τηλέφωνο τη γυναίκα του στους Αγίους Σαράντα, που τόσα χρόνια περίμενε καρτερικά αυτή τη μέρα. Τους κατηύθυνε με ακρίβεια λέγοντάς τους συγχρόνως: «Αν δε βρείτε το ασημένιο δαχτυλίδι που να γράφει «Δ» να μη φέρετε ξένο λείψανο».
Δικαιώθηκε! Το ασημένιο δαχτυλίδι με το όνομά του βρέθηκε. Πάνω στα οστά του όμως βρέθηκε και κάτι άλλο: ο κάλυκας από τη σφαίρα του περιστρόφου της χαριστικής βολής του Γερμανού αξιωματικού. Πέφτοντας, φαίνεται ότι σφηνώθηκε στα εσωτερικά ρούχα του παλληκαριού.
Η συγκίνηση όλων μας διάχυτη, η αγανάκτηση όλων μας διαπερνούσε τα σωθικά μας αλλά κυριαρχούσε και η χαρά.
Χαιρόμασταν γιατί σε λίγο θα αναπαύονταν ειρηνικά στο αγαπημένο τους κοιμητήρι! Μετά το καθιερωμένο μνημόσυνο από τον παπα-Φάνη οι Χειμαριώτες ανεχώρησαν. Η ανακομιδή των οστών των δυο παλληκαριών έφτασε στο τέλος της.
Η εγγονή του Ανδρέα Λάμπρη, Γιολάντα Νίνη, ήταν μια από τις πρωτεργάτισσες για την μεταφορά των οστών του παππού της. Για την ιστορία, αισθάνομαι την ανάγκη ν’ αναφέρω ότι η κ. Γιολάντα είναι η μητέρα του Σωτήρη Νίνη, ποδοσφαιριστή του Παναθηναϊκού.
Σε δεκάδες χιλιάδες ανέρχονται τα ελληνόπουλα που έπεσαν από τις σφαίρες των Γερμανών. Όλοι τους αθώα θύματα. Παντού όμως οι επίγονοι τους θυμήθηκαν, τους τίμησαν με μνημεία και αναμνηστικές στήλες.
Θυμάμαι, περνώντας κάποτε από δύσβατα μέρη της Ορεινής Ναυπακτίας βρέθηκα μπροστά σ’ ένα απέριττο μνημείο με τα ονόματα δύο 18χρονων παλληκαριών. Εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς, η Κοινότητα όμως τίμησε τα παιδιά της.
Ο Ανδρέας Λάμπρης όμως και ο Διογένης Καίσαρης, οι δύο ηρωικοί Χειμαριώτες Έλληνες και Ορθ. Χριστιανοί έμειναν στην αφάνεια 67 ολόκληρα χρόνια.
Σωστό δεν είναι ν’ ανάψουμε ένα αγιοκέρι στη μνήμη τους;

ΠΗΓΗ Π.Λ.