Χαμόγελα στην Αλβανία


Το μπλοκ %name διαγράφηκε.Το μπλοκ %name διαγράφηκε.Σύντομη περιγραφή του μπλοκ σας. Χρησιμοποιείται στη <a href="%overview">σελίδα επισκόπησης των μπλοκ</a>.Σύντομη περιγραφή του μπλοκ σας. Χρησιμοποιείται στη σελίδα επισκόπησης των μπλοκ.

Μα είναι δυνατό, τόση διαφορά μέσα σε οκτώ μόνο χρόνια; Ένα καινούργιο αεροδρόμιο, όχι μεγάλο αλλά πεντακάθαρο και λειτουργικό. Ένας νέος δρόμος που οδηγεί στην πόλη. Κι ύστερα οι δύο όχθες του δρόμου, εκεί όπου πριν ήταν καλύβια και μάντρες τώρα βλέπεις θεόρατες πολυκατοικίες. Και πιο πέρα, στο κέντρο της πρωτεύουσας, οι παράπλευροι δρόμοι που ήταν χωρίς άσφαλτο και γεμάτοι μεγάλους λάκκους -πραγματική δοκιμασία για τις κλεμμένες από όλη την Ευρώπη Μερσεντές- τώρα είναι νορμάλ δρόμοι.

Όχι, δεν είναι όλα ωραία. Ναι, όλα γύρω σου δείχνουν πως βρίσκεσαι σε μια φτωχή χώρα. Όμως κάτι το περίεργο, κάτι το συγκινητικό αναπνέεις στον αέρα. Αυτός ο λαός, ο τόσο απομονωμένος για χρόνια, ο αναγκασμένος να πάρει τους δρόμους της ξενιτειάς για να επιβιώσει, ο συχνά τόσο συκοφαντημένος, αποδεικνύεται ένας λαός με μεράκι να ξαναφτιάξει τη χώρα του.

**

Βεβαίως εδώ είναι Μπαλκάνια, δεν είναι παίξε γέλασε. Και το μοντέλο δεν μπορεί παρά να είναι η πιο αναπτυγμένη βαλκανική χώρα, η Ελλάδα. Συνοικίες ολόκληρες αλλάζουν ύφος έτσι όπως η μια (κακάσκημη) πολυκατοικία κτίζεται ασφυκτικά δίπλα στην άλλη σε στενά δρομάκια. Κι ενώ παλιά στο φόντο της κεντρικής πλατείας Σκερντέμπεη (με το παλιό τζαμί, τα (ωραία) ιταλικά κτήρια της εποχής του φασισμού και τα δύο (αδιάφορα) σοσιαλρεαλιστικού ύφους κτήρια της εποχής Χότζα) σου έκοβε την ανάσα το μοναδικό τοπίο των βουνών που περιστοιχίζουν τα Τίρανα, τώρα βλέπεις κάποιους νεότευκτους άναρχους ψευδοουρανοξύστες να δηλώνουν ότι το χρήμα έχει τον πρώτο και μοναδικό λόγο. Το κυκλοφοριακό είναι ήδη για κλάματα. Η ζητιανιά στους δρόμους εμφανής. Και στα περίχωρα της πρωτεύουσας ο καθένας κτίζει το σπιτάκι του όπου θέλει. Χωρίς σχέδιο, χωρίς υποδομές, ακριβώς όπως δίδαξε και διδάσκει η γειτόνισσα Ελλάδα.

Και η πολιτική ζωή; Αυτή είναι χειρότερη από την ελληνική. Στις πρόσφατες εκλογές (των οποίων τα αποτελέσματα η αντιπολίτευση, ένα χρόνο μετά, αρνείται ακόμα να κάνει αποδεκτά) ο νυν πρωθυπουργός Μπερίσα επικέντρωνε την πολεμική του εναντίον του νυν δημάρχου των Τιράνων και αρχηγού του Σοσιαλιστικού κόμματος Έντι Ράμα στην υπόθεση ότι, ο τελευταίος, παρότι παντρεμένος, «αφήνει το ζεστό κρεβάτι της γυναίκας του και πηγαίνει στο κρεβάτι του εραστή του». Και, αντί να φάει μαύρο για το επίπεδο των πολιτικών του επιχειρημάτων, ο Μπερίσα είναι αυτή τη στιγμή πρωθυπουργός.

**

Στην Αλβανία βρεθήκαμε με την ομάδα των «Κεραίων» για να γυρίσουμε μια ταινία με πρωταγωνιστή τον συγγραφέα Μπεν Μπλούσι. Ο Μπλούσι (41 ετών σήμερα) ξεκίνησε την καριέρα του ως δημοσιογράφος. Όταν η πρώτη κυβέρνηση Μπερίσα έκλεισε το αριστερών προδιαγραφών έντυπο στο οποίο δούλευε, ο Μπλούσι πέρασε στην πολιτική και έγινε από τα σημαντικότερα στελέχη του Σοσιαλιστικού κόμματος - υπήρξε μάλιστα δύο φορές υπουργός και υφυπουργός. Πριν από μερικά χρόνια αποφάσισε να ακολουθήσει τον δρόμο του παππού και του πατέρα του και να γίνει συγγραφέας, χωρίς όμως να παρατήσει την πολιτική του δράση.

Το πρώτο του βιβλίο, ένα ιστορικό μυθιστόρημα με τίτλο «Να ζεις σε νησί» (στην Ελλάδα από τις εκδ. Καστανιώτη σε πολύ καλή μετάφραση του Νίκου Αναγνώστου), έσπασε κάθε ρεκόρ πωλήσεων στην Αλβανία: έφτασε τις 30.000 αντίτυπα σε ένα λαό που μετράει μετά βίας 4 εκατομμύρια (εκ των οποίων περίπου τα μισά ζουν πλέον στο εξωτερικό). Και προκάλεσε τόσες πολλές πολεμικές και συζητήσεις, που η Αλβανία δεν είχε γνωρίσει ποτέ με αφορμή ένα βιβλίο.

Το θέμα του βιβλίου; Ο σχεδόν αναγκαστικός εξισλαμισμός των Αλβανών κατά τη διάρκεια της οθωμανικής αυτοκρατορίας και η επίδραση αυτού του γεγονότος στην καθυστέρηση διαμόρφωσης μιας εθνικής αλβανικής συνείδησης. Ο Μπλούσι υποστηρίζει ότι αυτά τα επιπλέον 100 χρόνια (σε σχέση με την Ελλάδα) που η Αλβανία έζησε κάτω από τον τουρκικό ζυγό, ήταν καταλυτικά για τη ψυχοσύνθεση αλλά και την κρατική υπόσταση του αλβανικού πληθυσμού. Σε αυτή την περίπτωση, υποστηρίζει ο Μπλούσι, η περιβόητη προσαρμοστικότητα των Αλβανών είχε τραγικά αποτελέσματα, αφού το μόνο που έκανε η Αλβανία ήταν να προσφέρει ορισμένους επιφανείς μακελάρηδες στον στρατό των σουλτάνων. «Προσχωρείτε στη θρησκεία του καταχτητή σας κι αυτός είναι ο λόγος που ουδέποτε θα αποκτήσετε το κράτος σας, διότι όταν θα φύγουν οι καταχτητές, εσείς θα συνταχτείτε με τον νέο καταχτητή», θα πει κάποια στιγμή, στην αρχή του βιβλίου, ένας Έλληνας στον Αλβανό κοντοχωριανό του.

Και δεν είναι μόνο αυτό. Ο Μπλούσι, αδιαφορώντας για το όποιο πολιτικό κόστος, τα βάζει ακόμα και με τα «ιερά και όσια» των Αλβανών, όπως π.χ. με τον Σκερντέμπεη, πιστεύοντας ότι αν ήταν διαφορετική η προσωπικότητά του (αν δηλαδή τα κίνητρά του ήταν περισσότερο εθνικά παρά προσωπικά), θα ήταν διαφορετική και η εξέλιξη του αλβανικού έθνους. Θέλετε κι άλλα για να καταλάβετε πόσο αιρετικό θεωρήθηκε αυτό το περιστοιχισμένο από ψηλά βουνά «νησί» του Μπλούσι;

**

Πριν οκτώ χρόνια, όταν με τον αγαπητό μου Σ.Π. γυρίσαμε την κεντρική και νότια Αλβανία, είχαμε εντυπωσιαστεί κυρίως από τρία πράγματα: τα αρχαία της χώρας (ιδιαίτερα τα ερείπια του Βουθρωτού, απέναντι από την Κέρκυρα), τα χιλιάδες μπούνκερ που είχε σπείρει παντού ο παράφρων Χότζα για να ...αντισταθεί σε μια συγχρονισμένη (!) επέμβαση Ιταλών, Ελλήνων, Σέρβων και Σοβιετικών, και οι σημαίες που έβλεπες σε κάθε οικοδομή: αλβανικές, αμερικανικές, ιταλικές, αγγλικές, σπανίως και κάποιες ελληνικές. Ήταν «το ευχαριστώ» των Αλβανών στις χώρες που πίστευαν ότι τους είχαν βοηθήσει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να κτίσουν το σπιτάκι τους (και οι ελληνικές ήταν ελάχιστες, γιατί, όπως θυμόμαστε όλοι, τα αμοιβαία αισθήματα εκείνη την εποχή των δύο γειτονικών λαών δεν ήταν και τα θερμότερα...)

Οκτώ χρόνια μετά, τα αρχαία είναι πάντα στη θέση τους (αρχίζουν, μάλιστα, μου είπαν, νέες ανασκαφές στο Βουθρωτό αφού πάνω από το μισό της αρχαίας πόλης ακόμα δεν έχει ανασκαφεί), ενώ η μοίρα των μπούνκερ μοιάζει ασαφής και θολή: τα μισά κείτονται ξεκοιλιασμένα στο χώμα, τα άλλα μισά βοηθάνε τους επίδοξους ζωγράφους να επιδείξουν το ταλέντο τους. Ουσιαστικά όμως ακόμα δεν ξέρουν τι να κάνουν με αυτούς τους αμέτρητους τόνους άχρηστου μπετόν που βρίσκονται σε όλη την αλβανική επικράτεια. Όσο για τις σημαίες στις οικοδομές, αυτές εξακολουθούν να υπάρχουν, μόνο που δίπλα στην αλβανική βλέπεις πλέον παντού τη μπλε σημαία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τη στιγμή που κάποια επιφανή στελέχη της ελληνικής αριστεράς ονειρεύονται να μας βγάλουν από την Ευρώπη (για να μας πάνε πού; ακόμα αναπάντητο το ερώτημα...), οι Αλβανοί ονειρεύονται τη μέρα που θα σμίξουν με τους άλλους λαούς της ηπείρου τους. Αυτοί έμαθαν καλά -δυστυχώς κατά τη διάρκεια του «υπαρκτού» σοσιαλισμού που έζησαν- τι σημαίνει απομονωτισμός.

**

Το ενδιαφέρον στην τηλεοπτική συνέντευξη του Μπλούσι είναι η σχέση λογοτεχνίας και πολιτικής. Πώς μπορεί κάποιος να παντρέψει την αναισθησία που λίγο-πολύ χαρακτηρίζει όλους τους πολιτικούς (ιδιαίτερα αυτούς που βρίσκονται συχνά στην εξουσία) με την ευαισθησία που πρέπει να διακρίνει ένα συγγραφέα; Πώς μπορεί ο συγγραφέας να γράφει ελεύθερα αυτά που σκέφτεται χωρίς να παρενοχλεί τον πολιτικό που πρέπει να μετράει τα λόγια του; Και πώς μπορεί ο ξύλινος λόγος του πολιτικού να μην ενοχλεί τον λυρισμό που γίνεται αισθητός ακόμα και στον πιο «στεγνό» συγγραφέα; Ο Μπλούσι άλλοτε χαμογελάει ντροπαλά σαν να μην έχει απάντηση, άλλοτε δηλώνει ότι δίνει συνεχείς μάχες με τον εαυτό του, άλλοτε δηλώνει ότι ο πολιτικός μοιραία υποχωρεί μπροστά στον συγγραφέα. «Η πολιτική είναι επάγγελμα, η λογοτεχνία έφεση» δηλώνει. Και για να το αποδείξει, στο δεύτερο βιβλίο του «Οθέλλος, ο αράπης της Αυλώνας», παίρνει τον γνωστό ήρωα του Σαίξπηρ, και τον μετατρέπει από πλούσιο Βενετό σε φτωχό μετανάστη του 14ου αιώνα.

Περπατάμε μαζί με τον Μπλούσι στην παραλία της Αυλώνας - από μακριά, η κάποτε όμορφη παραθαλάσσια πόλη μοιάζει όλο και περισσότερο με την πνιγμένη στις πολυκατοικίες Θεσσαλονίκη. Η Αυλώνα είναι η πιο κόκκινη πόλη της Αλβανίας: εδώ όλοι ψηφίζουν Σοσιαλιστικό κόμμα. Στον δρόμο σταματάνε και χαιρετάνε τον Μπλούσι, τον αναγνωρίζουν από την τηλεόραση. «Τι θα γίνει; Πότε θα φύγει αυτός;», ρωτάνε όλοι τους (ο «αυτός» είναι βεβαίως ο Μπερίσα). «Σύντομα, μην ανησυχείτε», απαντάει με σιγουριά ο πολιτικός. Ο συγγραφέας όμως σοβαρεύεται, γυρνάει και μου απευθύνει ένα πικρό, βουβό χαμόγελο.

Του ΑΝΤΑΙΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΙΔΗ

Η ΑΥΓΗ