Ομιλία Λεωνίδα Παππά, εκπροσώπου "Ομόνοιας" στην εκδήλωση για το Σεβαστιανό
Το σχόλιό σας είναι στην ουρά για επιμέλεια από τη διαχείριση του ιστοτόπου και θα δημοσιευτεί αφού εγκριθεί., 30/04/2010 - 15:48
- Ο τίτλος του μπλοκ όπως εμφανίζεται στο χρήστη.
Σεβασμιότατοι, αγαπητοί συμπατριώτες, Χριστός Ανέστη! Η αγάπη και ο σεβασμός μου προς τον μακαριστό Μητροπολίτου Δρυινουπώλεως Πωγωνιανής και Κονίτσης κυρό Σεβαστιανού, με έκανε να δεχτώ με μεγάλη προθυμία να εκπροσωπήσω την Ομόνοια σε αυτή την εκδήλωση προς τιμή του. Το να είσαι συνεισηγητής με δύο επισκόπους γνωστούς στο πανελλήνιο για το χάρισμα του λόγου που έχουν, όταν έγραφα αυτές τις λίγες σειρές σκεπτόμουν ή θρασύς ή αφελής είμαι. Έτσι για να ανταποκριθώ στην αποστολή μου θα προσπαθήσω να μεταφέρω ποιο πολύ τα βιώματα μου σαν ένας έλληνας που μέχρι τα 17 μου έζησα την κομουνιστική δικτατορία της Αλβανίας, την πτώση της, τη φυγή στην Ελλάδα, την επιστροφή στη Βόρειο Ήπειρο, και την ενασχόληση μου με τα κοινά.
Το θέμα που μου ζήτησαν οι διοργανωτές της εκδήλωσης να εισηγηθώ είναι: «Το διαχρονικό μήνυμα του Σεβαστιανού στη Βόρειο Ήπειρο του σήμερα.» Ο Σεβαστιανός αφιέρωσε τη ζωή του, για τα ιδανικά της πίστης και της πατρίδας. Για έναν φιλόλογο θα ήταν εύκολο να αντλήσει κάποια διαχρονικά μηνύματα των ελληνοχριστιανικών ιδεωδών, να τα παρουσιάσει και σίγουρα σε αυτά θα συναντούσε εύκολα το Σεβαστιανό όπως και πολλούς άλλους ανθρώπους του πνεύματος. Αυτό όμως που έκανε ξεχωριστώ τον Σεβαστιανό ήταν ότι δεν περιοριστικέ στο να κηρύττει εκκλησιαστικά και εθνικά.
Γράφοντας αυτά τα λίγα λόγια, η σκέψη μου δεν με πήγαινε σε κάποια διαχρονικά μηνύματα, αλλά στην αμεσότητα που είχε ο δεσπότης με το θέμα και τα προβλήματα μας. Σε κάθε χρονική περίοδο γνώριζε πολύ καλά τις καταστάσεις και έπραττε ανάλογα. Άλλες ήταν οι συνθήκες από το 80 μέχρι το 90, άλλες το 91-92, άλλες το 93-94 και άλλες οι σημερινές. Θα μου επιτρέψετε πριν φτάσουμε στο σήμερα, με λίγα λόγια να σας παρουσιάσω το Σεβαστιανό όπως εμείς γνωρίσαμε , αγαπήσαμε αλλά και στενοχωρήσαμε. Να κάνω μια σύντομη ιστορική αναδρομή και να καταλήξουμε στο σήμερα. Ζώντας στην πιο βάρβαρη και ερμητικά απομονωμένη κομουνιστική δικτατορία, το όνομα Σεβαστιανός το άκουσα για πρώτη φορά - αν θυμάμαι καλά - το 1988. Ήταν στην πρωινή μάζωξη των μαθητών, στην αυλή του σχολίου όπου μετά τον καθιερωμένο όρκο αφοσίωσης στο κόμμα, ένας από τους καθηγητές μας - έλληνας από το χωριό Γέρμα - που συνήθως μας έκανε κάθε πρωί το σχετικό «διαφωτισμό» για τις ιδέες του κομουνισμού, εκείνη την ημέρα δε θυμάμαι τι ακριβώς μας έλεγε, έχω όμως ακόμα πολύ ζωντανή στην μνήμη μου, την εικόνα αυτού του ανθρώπου, που άφριζε από το θυμό και την ένταση, κατηγορώντας κάποιον παπά Σεβαστιανό. Τηλεοράσεις είχαν ελάχιστα σπίτια και συνήθως οικογένειες πιστές στο καθεστώς. Ακόμα και κάποιες οικογένειες που είχαν την οικονομική δυνατότητα να αγοράσουν (μια τηλεόραση κόστισε όσο οι μιστοί 20 μηνών κάποιου εργάτη) χρειάζονταν σχετική άδεια του κόμματος. Τα ραδιόφωνα όμως εκείνη την περίοδο ήταν ελεύθερα και όσοι μπορούσαν άκουγαν κρυφά ελληνικούς σταθμούς. Σε λίγες μέρες από το περιστατικό του σχολείου θυμάμαι μια ξαδέρφη μου που ήρθε κλαίγοντας να μου πει ότι είδε το μπαμπά τις με κάποιο άλλο θείο μας, που κάτι άκουγαν στο ραδιόφωνο και έκλαιγαν. Αργότερα έμαθα ότι άκουγαν το δεσπότη σε κάποιο ελληνικό ραδιοφωνικό σταθμό. Μέχρι το τέλος του 1990 αρχές του 1991, ζούσαμε σε μία απέραντη φυλακή. Το τραγικότερο απ’ όλα ήταν ότι η πλειοψηφία των βορειοηπειρωτών και αλβανών , μην έχοντας παραστάσεις του ελεύθερου κόσμου, ζούσαν σε έναν κόσμο που τον θεωρούσαν - αν όχι ιδανικό - μοναδικό. Ήμασταν άνθρωποι που γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε σε ένα σύστημα χωρίς να έχουμε καθόλου παραστάσεις του υπόλοιπου ελεύθερου κόσμου. Σε ένα σύστημα που προσπάθησε να αντικαταστήσει το θεό με το κόμμα, το «δόξα το θεό» με το να «ζήσει το κόμμα», τις θρησκευτικές εορτές με τις επετείους του κόμματους και του Ενβερ Χότζα. Σε αυτές τις καταστάσεις ο Σεβαστιανός έπρεπε, αφενός να ενημερώσει και ευαισθητοποιήσει τους ομοεθνείς έλληνες και τους ισχυρούς της γης και αφετέρου να στείλει μηνύματα συμπαράστασης στον σκλαβωμένο ελληνισμό. Στα 45 χρόνια δικτατορίας συνελήφθηκαν, εξορίστηκαν και εκτελέστηκαν πάρα πολλοί. Δεν υπήρχε όμως όλα αυτά τα χρόνια καμία οργανωμένη και μαζική αντίδραση. Ήταν πολύ λιγότεροι αυτοί που είχαν επίγνωση της σκλαβιάς. Τους πολλούς, το δηλητήριο του κομουνισμού τους είχε υπνώσει. Ο δεσπότης έπρεπε να βρει τρόπο να τους ξυπνήσει. Οι ομιλίες του στα ραδιόφωνα αλλά και τα τεράστια μεγάφωνα του Μαυρόπουλου μετέφεραν το μήνυμα της ανάστασης του Χριστού και της Βορείου Ηπείρου και οι παραλήπτες ήταν αρκετοί. Δεν είναι τυχαίο ότι η πρώτη μαζική αντίδραση κατά του καθεστώτος σε όλη την Αλβανία έγινε σε ένα ελληνικό χωριό των Αγίων Σαράντα, το Αλύκο, στις 12 του Δεκέμβρη το 1990. Είχαν προηγηθεί βέβαια οι δραπετεύσεις μέσω των ξένων πρεσβειών στα Τίρανα και η εξέγερση των φοιτητών. Δεν ήταν όμως το ίδιο. Όχι ως προς την ποσότητα και την έκταση, αλλά ως προς το περιεχόμενο. Η πρώτοι πήγαν με τη σκέψη να απομακρυνθούν από τη χώρα και όπου φύγει – φύγει. Οι δεύτεροι αναγνωρίζοντας το καθεστώς, είχαν 5-6 συγκεκριμένα αιτήματα. Όπως ελεύθερα πανεπιστήμια, να αλλάξει το όνομα του Πανεπιστημίου, να συναντηθούν με τον Αλία κλπ. Οι 3.000 ξεσηκωμένοι κάτοικοι του Αλύκου και των γύρο χωριών δεν ζητούσαν κάτι από τους δικτάτορες, αλλά με λάβαρα τα φέρετρα των τεσσάρων νέων βορειοηπειρωτών εκτελεσθέντων, στα ελληνοαλβανικά σύνορα, αλλά και ελληνικές σημαίες φτιαγμένες πρόχειρα με υφάσματα των εθνικών χρωμάτων, απευθύνεται με πορεία προς τους Αγίους Σαράντα. Ακούγονται συνθήματα όπως «Κάτω η δικτατορία», «Ραμίζ Αλία είσαι δολοφόνος», «Ένωση με την Ελλάδα» κ.α. Η πτώση του κομουνισμού στην Αλβανία σε σχέση με τις άλλες ανατολικές χώρες ήταν φαινομενικά ομαλή. Ήταν ομαλή όχι γιατί οι κομουνιστές θέλησαν να δώσουν την ελευθερία αλλά προτίμησαν να αποφύγουν τη σύγκρουση και να ελέγξουν την εξουσία μετά την πτώση. Δεν είναι τυχαίο ότι ο αρχηγός του δεξιού κόμματος και σημερινός πρωθυπουργός Μπερίσα, ήταν ο προσωπικός γιατρός του δικτάτορα Ενβεν Χότζα. Ο πλουραλισμός επιτράπηκε το Δεκεμβρη του 1990 και στις 11 Γενναρη του 1991 ιδρύετε στη Δερβιτσιάνη η Δημοκρατική Ένωση Εθνικής Ελληνικής Μειονότητας «ΟΜΟΝΟΙΑ». Ταυτόχρονα τα σύνορα άνοιξαν και ο κόσμος δεν περίμενε να λιώσουν τα χιόνια από τα βουνά και έφευγαν κατά κύματα. Το εθνικό συμφέρον βέβαια ήταν να μείνουμε στον τόπο μας, εάν μας το έλεγε κάποιος εκείνες τις μέρες θα τον θεωρούσαμε τουλάχιστον ανθέλληνα. Ο Δεσπότης το ήξερε αυτό και βρήκε τον τρόπο να μας απευθυνθεί. Με πολλούς που αναπολούμε εκείνες τις μέρες, αυτό που θυμόμαστε όλοι, είναι η πρώτη συνάντηση με τους έλληνες στρατιώτες και η ομιλίες του Σεβαστιανού, που γύριζε τα στρατόπεδα να μας υποδεχτεί αλλά και να μας μιλήσει με πατρική αγάπη για την υποχρέωση που έχουμε για ότι αφήνουμε πίσω. Το βορειοηπειρωτικό θέμα μέχρι τότε ήταν στατικό. Απομονωμένη από την πίστη και τον ελληνισμό, το καθεστώς περίμενε υπομονετικά την αφομοίωση μας. Σε πολλές περιοχές το πέτυχε, κυρίως στις δίγλωσσες και στις πόλεις. Οι εθνολόγοι λένε ότι η γλώσσα αποτελεί το 50% της εθνικής ταυτότητας. Όσοι έχασαν τι γλώσσα δυστυχώς έχασαν και την ελληνική συνείδηση. Μετά το 1991 το βορειοηπειρωτικό γίνεται πολύ ενεργό θέμα με πολλές ευκαιρίες αλλά και πολλούς κινδύνους. Ο Σεβαστιανός τότε ζούσε καθημερινά – οι στενοί συνεργάτες του το ξέρετε καλύτερα από εμένα – σε μια απίστευτη ένταση. Καθημερινά έχει επικοινωνία με ανθρώπους της Ομόνοιας ταυτόχρονα εξέφραζε την οργή του για την παθητικότητα που αντιμετώπιζε το θέμα η Αθήνα. Ενδεικτικά θα αναφέρω δύο περιστατικά: Το πρώτο είναι προσωπικό και πρώτη φορά το μοιράζομαι μαζί σας. Όταν έφυγα από τη Β. Ήπειρο το 1991 ήμουν Β Λυκείου, η Γ Λυκείου με βρήκε στην Κόνιτσα όπου έμενα στο εκκλησιαστικό οικοτροφείο της Μητρόπολης. Είχα φύγει για Σαββατοκύριακο στο χωριό μου και είχα επιστρέψει την Κυριακή το απόγευμα. Την τρίτη πηγαίνοντας του λίγο φαγητό από το οικοτροφείο, με ρώτησε απορημένος πότε επέστρεψα, όταν του είπα είμαι δύο μέρες εδώ, μου έβαλε τις φωνές γιατί δεν πήγα να τον ενημερώσω νωρίτερα. Ήθελε να μάθει με λεπτομέρεια για κάθε χωριό, πόσοι έφυγαν πόσοι έμειναν, τι κάνουν αυτοί που έμειναν. Στεναχωρήθηκα πολύ που μου φώναξε και του είπα κλαίγοντας, όλοι έφυγαν, δεν έφυγαν όσοι δεν μπορούσαν να φύγουν, κάποιες χήρες με μικρά παιδιά και οι ηλικιωμένοι. Αφού με καθησύχασε όρχησε να ανοίγει όλα τα συρτάρια, μάζεψε όλα τα χρήματα που είχε εκεί – ακόμα και τα κέρματα - και μου είπε την επόμενη φορά που θα πάς να τα μοιράσεις σε αυτές τις 4 οικογένειες. Το δεύτερο περιστατικό ήτανε το 1992 όπου η Ομόνοια είχε οργανώσει κινητοποιήσεις για το άνοιγμα των ελληνικών σχολίων στις πόλεις των Αγίων Σαράντα, Δελβίνου και Αργυροκάστρου. Οι αποχή από το σχολείο και οι διαδηλώσεις στις πόλεις, συντονίζονταν από τον δεσπότη που ήταν όλη την ημέρα πάνω από το τηλέφωνο. Τελικά η Αλβανική Κυβέρνηση αναγκάστηκε να ανοίξει τα ελληνικά σχολεία και στις πόλεις γιατί μέχρι τότε είχαμε ελληνικά σχολεία μόνο στα χωριά του Βούρκου και της Δερόπολης. Όλες οι αλβανικές κυβερνήσει της μεταπολίτευσης, δεν άλλαξαν την αντιμετώπιση τους προς την ελληνική μειονότητα, αυτό που άλλαξε πολύ είναι οι πρακτικές που χρησιμοποιούν. Τα πρώτα χρόνια πολεμούσαν ανοιχτά και με κάθε μέσω την ελληνική μειονότητα. Ξήλωσαν όλους τους έλληνες από τις δημόσιες υπηρεσίες, εκβίαζαν τους έλληνες που άνοιγαν κάποια επιχείρηση, έδιωξαν τον Αρχιμανδρίτη Χρυσόστομο από το Αργυρόκαστρο και αποκορύφωμα αυτών των διώξεων ήταν η φυλάκιση των στελεχών της Ομόνοιας. Αρχικά συνελήφθηκαν περίπου 35 άτομα. Τελικά έμειναν στη φυλακή οι 5. Ο Θεόδωρος Μπεζιάνης, ο Βαγγέλης Παπαχρήστος και ο Παναγιώτης Μαρτος που ήταν Πρόεδροι των τριών Παραρτημάτων της Ομόνοιας, Αργυροκάστρου, Αγίων Σαράντα και Δελβίνου αντίστοιχα και δύο άλλα σημαντικά στελέχη της Ομόνοιας από τη Δερβιτσιάνη ο Κώστας ο Κυριακού και ο Ηρακλής ο Σύρμος δύο άνθρωποι που είχαν γευτεί για πολλά χρόνια και τις φυλακές της δικτατορίας. Στις εκατοντάδες σελίδες κατηγορητήριο τους που κατηγορούνται για εσχάτη προδοσία που τιμωρείτε ακόμα και με θάνατο, το όνομα Σεβαστιανός δεν λείπει από σχεδόν καμία σελίδα. Η αλβανική πολιτική που δεν ήξερε ούτε να κρατάει κάποια προσχήματα επιτέθηκε ωμά σε όσους έκαναν εθνικό έργο. Δεν συνέλαβε τους θεωρητικούς οι τους ψευτοκουλτουριάριδες αλλά τους ανθρώπους που είχαν σχέση με το Σεβαστιανό, γιατί ήξεραν ότι τα αρνητικά και τα επικίνδυνα για αυτούς ξεκινούσαν όλα από την Κόνιτσα. Από το 1995 μέχρι το 1997 συνεχίσει η ίδια τακτική της τρομοκρατίας και τις απόλυσης των λίγων εναπομεινάντων στη δημόσια διοίκηση βορειοηπειρωτών αναγκάζοντας τους να μεταναστεύσουν στην Ελλάδα. Παράλληλα όμως έχουμε και την μετακίνηση χιλιάδων αλλογενών από τη μέση και βόρεια Αλβανία στην πόλη και στα παράλια των Αγίων Σαράντα με αποτέλεσμα την αλλοίωση του πληθυσμού. Το 1997 είναι κομβικό σημείο για την Αλβανία αλλά και τον Ελληνισμό της Βορείου Ηπείρου. Πάρα πολλοί άνθρωποι έχασαν όλες τις οικονομίες τους με αποτέλεσμα να έχουμε έναν ξεσηκωμό άνευ προηγουμένου και την πλήρη διάλυση του κράτους. Όλος ο οπλισμός του στρατού και της αστυνομίας κατέληξε στα χέρια διαφόρων ατόμων και ομάδων. Πολλοί δεν το θεωρούν τυχαίο όλο αυτό, αλλά μια καλοστημένη επιχείρηση ώστε ο μεγάλος οπλισμός της Αλβανίας να μεταφερθεί στο Κόσσοβο για να οπλιστεί ο στρατός του UCK. Σε αυτές τις συνθήκες έχουμε το δεύτερο κύμα μαζικής φυγής προς την Ελλάδα. Μετά το 1997, στην κυβέρνηση έρχονται οι σοσιαλιστές και μπαίνουμε σε μια νέα περίοδο ως προς την τακτική που οι κυβερνήσεις μας αντιμετωπίζουν. Οι σοσιαλιστές με τη συνδρομή και κάποιων ελλήνων δυστυχώς διπλωματών στην Αλβανία οργάνωσαν τοπικές οργανώσεις στα χωριά μας. Οι σοσιαλιστές με πρώτη μαγιά κάποιους κομουνιστές του συστήματος, εκμεταλλευόμενοι τη γενική αγανάκτηση κατά του Μπερίσα, χωρίς να λείπουν και οι ευθύνες από την Ομόνοια κατάφεραν να διχάσουν πολιτικά την μειονότητα αποσπώντας μέχρι και 40% των ψήφων. Το Σοσιαλιστικό Κόμμα δίνοντας προνόμια στους εκλεκτούς του, δικαιολογούσε φαινομενικά την έξωθεν καλή μαρτυρία, στην πραγματικότητα όμως δεν έκαναν καμία παραχώρηση που αφορούσε το σύνολο της μειονότητας. Αρνιόταν, πεισματικά να επιτρέψει το άνοιγμα ελληνικού σχολείου στη Χειμάρρα γιατί δεν την θεωρούν μειονοτική περιοχή. Η Χειμάρρα που είναι στην ουσία η μοναδική πόλη που εκλέγει έλληνα δήμαρχο με το συνδυασμό της Ομόνοιας και με πολύ καλή προοπτική ανάπτυξης, οι σοσιαλιστές άσκησαν απίστευτη βία για να αποτρέψουν την εκλογή του Βασίλη του Μπολάνου. Μια φράση που είχε πει ο πρώην πρωθυπουργός Φατός Νάνο αποτυπώνει την τακτική που ακολουθεί η Αλβανία ως προς την μειονότητα σήμερα. Σε μια συζήτηση για τα σχολεία της μειονότητας και επειδή κάποια από αυτά δεν είχαν τον ελάχιστο απαιτούμενο αριθμό για να μείνουν ανοιχτά, τους είπε: «Δεν χρειάζεται να τα κλείσουμε εμείς, θα κλείσουν μόνα τους». Κάποιοι πιστεύουν ότι η εγκατάλειψη της ιδέας του Ισλαμικού Τόξου και ο Ευρωπαϊκός προσανατολισμός από όλο τον πολιτικό κόσμο της Αλβανίας, την έκαναν να αλλάξει στάση σε πολλά θέματα όπως και απέναντι στη ελληνική μειονότητα. Η αλήθεια βρίσκετε κάπου στη μέση. Στην Αλβανία υπάρχουν άνθρωποι που την ελληνική μειονότητα δεδομένου ότι είμαστε οι πιο νομοταγείς πολίτες στον άγριο κόσμο της Αλβανίας συν τις άλλες σχέσεις εξάρτησης από την Ελλάδα δεν την θεωρούν πρόβλημα αλλά παράγοντα σταθερότητας και ανάπτυξης. Υπάρχουν όμως και οι ανθέλληνες που δυστυχώς είναι οι πιο πολλοί που δεν θα χάνουν την ευκαιρία να επιτεθούν σε οτιδήποτε ελληνικό. Στον αγώνα που κάνει η Ομόνοια και οι αιρετοί της για την κατοχύρωση των περιουσιών των βορειοηπειρωτών, όλες οι κρατικές υπηρεσίας, δικαστήρια, υπηρεσία επιστροφής περιουσιών, υποθυκοφιλάκεια κλπ. γίνονται πρόθυμοι υπηρέτες των καταπατητών όταν πρόκειται για περιουσίες που ανήκουν σε ελληνικές περιοχές. Θα μπορούσα σε αυτή τη σύντομη ιστορική διαδρομή των τελευταίων είκοσι χρόνων να αναφέρω παράλληλα και τη στάση της ελληνικής κυβέρνησης. Δυστυχώς όμως όλα αυτά τα χρόνια η στάση της Ελληνικής Κυβέρνησης ήταν παθητική. Όχι μόνο είναι παθητική, τα τελευταία χρόνια πέφτουν και στις παγίδες των δευτερευόντων θεμάτων που τους θέτουν οι αλβανοί. Το 2008 στείλαμε υπόμνημα σε όλους του βουλευτές του Ελληνικού Κοινοβουλίου πριν γίνει η Κύρωση της Συμφωνίας Σταθεροποίησης και Σύνδεσης μεταξύ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και της Αλβανίας. Δυστυχώς κανείς δεν το έλαβε υπόψη εκτός από τους βουλευτές του ΛΑΟΣ. Ο μοναδικός όρος που έθεσε η Ελληνική Κυβέρνηση για την κύρωση της συμφωνίας ήταν η υπογραφή της συμφωνίας για την κατασκευή νεκροταφείων για τους πεσόντες από τον πόλεμο του Σαράντα. Είναι δυνατόν μια υπογραφή ζωτικής σημασίας για την Αλβανία να εξισώνεται με κάτι αυτονόητο που η Αλβανία θα έπρεπε να κάνει από καιρό; Έγινε η οριοθέτηση των υδάτων, βάση διεθνών συνθηκών και με δίκαιο τρόπο. Το Ανώτατο Δικαστήριο της Αλβανίας ακύρωσε τη συμφωνία κάνοντας το χατίρι των τούρκων, γιατί αυτός είναι ο πραγματικός λόγος της ακύρωσης, καθώς θα δημιουργούσε προηγούμενο στο πρόβλημα που έχει η Ελλάδα με την Τουρκία στην οριοθέτηση των υδάτων. Η αλβανοί εγείρουν θέμα «Τσάμικου» για να το εξισώσουν με το βορειοηπειρωτικό. Η εξωτερική πολιτική της Ελλάδος αποφάσισε να αντιμετωπίσει φιλικά την Αλβανία και την βοηθάει σε κάθε βήμα των ενταξιακών διαπραγματεύσεων. Δεν είναι εξ’ ορισμού κακό αυτό, αρκεί η Ελλάδα να έχει στόχους, να μην θίγονται τα ελληνικά συμφέροντα και προ πάντων να μην το κάνει εις βάρος και αγνοώντας τους βορειοηπειρώτες. Παρά τις πολλές διαβεβαιώσεις της σημερινής και προηγούμενης κυβέρνησης για τις περιβόητες συντάξεις του ΟΓΑ, ο οργανισμός δίνει τις συντάξεις μόνο σε όσους μένουν μόνιμα στην Ελλάδα, αναγκάζοντας πολλούς να φεύγουν από τη Βόρειο Ήπειρο προς την Ελλάδα. Ενώ θα έπρεπε να συμβαίνει το αντίθετο. Δίνει υποτροφίες στους μαθητές που τελειώνουν το λύκειο στη Βόρειο Ήπειρο να σπουδάσουν στα Ελληνικά Πανεπιστήμια, ενώ δεν υπάρχει καμία μέριμνα για τους έλληνες φοιτητές και μαθητές που μένουν πάνω. Κανένας δεν μπορεί να αρνηθεί στα παιδιά μας να σπουδάσουν στην Ελλάδα. Εφόσον όμως από όσους σπουδάζουν στην Ελλάδα, δεν επιστρέφει σχεδόν κανένας, ενώ όσοι σπουδάζουν στο Αργυρόκαστρο και στα Τίρανα το 80% μένουν πάνω, το σωστό θα ήταν να βοηθούνται πιο πολύ εκείνοι. Δεν υπάρχει βορειοηπειρωτικό χωρίς την παρουσία μας στη Βόρειο Ήπειρο. Οι πόλεις αλλοιώθηκαν πληθυσμιακά και είμαστε μειονότητα. Στην πόλη των Αγίων Σαράντα για παράδειγμα από το 1991-1994 είχαμε Έλληνα δήμαρχο. Τότε η πόλη αριθμούσε 15.000 και οι μισοί ήταν έλληνες. Σήμερα έφτασε τους 40.000 και μόνο 3.000 Έλληνες μένουν μόνιμα στην πόλη. Οι περιοχές σαν του Βούρκου της Δερόπολης και αλλού είναι περιοχές που παραμένουν αμιγώς ελληνικές αλλά έμεινε μόνο το 20% του πληθυσμού και οι νέοι είναι ελάχιστοι. Υπάρχουν πολλά κενά και τα καινά εάν δεν τα καλύψουμε εμείς η ιστορία μας διδάσκει θα τα καλύψουν άλλοι. Το βορειοηπειρωτικό θέμα, το ερωτεύτηκαν πολλοί, το αγάπησαν όμως ελάχιστοι. Πολλοί το εγκατέλειψαν χωρίς καν να αρχίσουν καταφεύγοντας στην εύκολη λύση κατηγορώντας τους βορειοηπειρώτες ότι δεν είναι όσο πρέπει πατριώτες, είναι διχασμένοι και πολλά άλλα. Την απάντηση τους την δίνει ο Σεβαστιανός. Το βορειοηπειρωτικό είναι εθνικό θέμα και αφορά όλο το έθνος. Αυτό και το μήνυμα που απευθύνει προς εμάς, για να μην εγκαταλείψουμε τον τόπο μας είναι τα δύο σημαντικότερα και διαχρονικά μηνύματα του δεσπότη που θα πρέπει να μας καθοδηγούν αλλά και να μας ελέγχουν. Ο Σεβαστιανός, το ερωτεύτηκε και το αγάπησε το βορειοηπειρωτικό όσο κανένας άλλος. Από τότε που η ιστορία μας γράφεται χωριστά από την υπόλοιπη Ήπειρο, ο Σεβαστιανός, είναι η σημαντικότερη φυσιογνωμία αυτής της ιστορία. Η ιστορία λέει κάποιος συγγραφέας, δεν αποτελεί απλή καταγραφή γεγονότων που αφορούν το παρελθόν, η ιστορία είναι ενέργεια μνήμης που αφορά κυρίως το παρόν και το μέλλον. Είναι ενέργεια και οι ενέργεια - θα μας έλεγε ο άγιος Μεσογαίας που είναι φυσικός - παράγει έργο. Έτσι λοιπόν δεν ήρθαμε σήμερα εδώ απλώς για να νοσταλγήσουμε το παρελθών, αλλά να φωτίσουμε το παρόν και το μέλλον. Είθε το έργο του Σεβαστιανού να μας φωτίσει όλους, ευχαριστώ!