Η αποδημία αφήνει «ορφανή» τη γη της Βορείου Ηπείρου!


Το μπλοκ %name διαγράφηκε.Το μπλοκ %name διαγράφηκε.Σύντομη περιγραφή του μπλοκ σας. Χρησιμοποιείται στη <a href="%overview">σελίδα επισκόπησης των μπλοκ</a>.Σύντομη περιγραφή του μπλοκ σας. Χρησιμοποιείται στη σελίδα επισκόπησης των μπλοκ.

Οι Ηπειρώτες, όλοι οι Ηπειρώτες, στα δυστυχισμένα χρόνια του «Τούρκικου», πριν από τον πλασματικό διαχωρισμό σε Νότιους και Βόρειους, ταξιδεύονταν σε όλη τη Βαλκανική Χερσόνησο, στη Βλαχιά, στην Κωνσταντινούπολη, στην Αίγυπτο και αργότερα στην Αμερική και στην Αυστραλία.
Στα «ξένα» αγωνίζονταν να «καζαντίσουν» και να βοηθήσουν τους συμπατριώτες τους στην Πατρίδα. Έχτιζαν και συντηρούσαν σχολεία και εκκλησίες, βοηθούσαν τους ενδεείς συντοπίτες τους και με κάθε δυνατό τρόπο προσπαθούσαν να τους ανακουφίσουν και να απαλύνουν τα βάσανά τους. Οι Ηπειρώτες ευεργέτες είναι γνωστοί και κάθε αναφορά σ’ αυτούς και στις ευεργεσίες τους περιττεύει. Ολόκληρες περιουσίες διέθεταν για κοινωνικους σκοπούς και πολιτιστικά έργα στην πατρίδα.
Ο εκπατρισμός, ο ξεριζωμός από το «ριζιμιό λιθάρι» και τότε και μετά την απελευθέρωση μέχρι σήμερα υπήρξε κατάρα και ευλογία. Κατάρα, γιατί αναγκάζονταν οι νέοι, να εγκαταλείψουν τις οικογένειές τους, το χωριό τους, τους φίλους και συγχωριανούς τους και να ζήσουν τη ζωή του μετανάστη σε ξένους και αφιλόξενους τόπους, αλλά και ευλογία, γιατί με τα χρήματα που αποκτούσαν με κόπους και ιδρώτα και τα έστελναν στην πατρίδα, και τους πληθυσμούς συγκρατούσαν να μην αλλαξοπιστήσουν και τα ελληνικά γράμματα καλλιεργούσαν. Προσφορά σημαντική, αλλά πρωτίστως εθνική.
Τα δημοτικά ηπειρωτικά τραγούδια εκφράζουν παραστατικά και τον πόνο του χωρισμού και τη νοσταλγία της επιστροφής. «Ώρα καλή και στα ερχόμενά σου με γεια…». Με αυτά τα λόγια τους «ξεπροβοδούσαν» στο έβγα του χωριού.
Όλα αυτά, στο Βόρειο Ηπειρωτικό Τμήμα, στο καθιερωμένο από Διεθνείς Οργανισμούς ως Βόρειος Ήπειρος, συνέβαιναν πριν από τον Δεύτερο Μεγάλο Πόλεμο και πριν από τον εγκλωβισμό των ανθρώπων στην απέραντη φυλακή της Αλβανίας με τα ηλεκτροφόρα συρματοπλέγματα.
Η εγκαθίδρυση του κομμουνιστικού καθεστώτος από τον Ενβέρ Χότζα επεφύλασσε δάκρυα και πόνους στους Αλβανούς υπηκόους, ανεξάρτητα από φυλή και θρήσκευμα. Απαγορεύτηκαν τα ταξίδια στο εξωτερικό και οι μετακινήσεις στο εσωτερικό της χώρας. Κάθε παράβαση επέσυρε πολυετείς φυλακίσεις, εξορίες και θανάτους.
Όλοι στα χωριά τους, στον τόπο τους, «να χτίσουν τον σοσιαλισμό». Αυτό ήταν το σύνθημα που προπαγάνδιζαν τα τοπικά κομματικά στελέχη, με σκοπό να συγκρατήσουν τους νέους, κυρίως, στα χωριά τους. Δεν υπήρχε καμιά διέξοδος στο τούνελ. Επικρατούσε έρεβος, βαθύ σκοτάδι, ανέχεια και χαφιεδισμοί, χωρίς τέλος.
Στο σημείο αυτό μια μικρή παρένθεση κρίνεται απαραίτητη για να κατανοήσουμε το κλίμα που επικρατούσε την εποχή εκείνη. Στη δεκαετία του 1940 πολλοί Βορειοηπειρώτες αναγκάστηκαν να εκπατριστούν οικογενειακώς, γιατί κρεμόταν επικίνδυνα πάνω από το κεφάλι τους η «δαμόκλειος σπάθη». Οι περισσότεροι από τους εκπατρισθέντες τότε για σχεδόν δέκα χρόνια ζούσαν «με το ντουφέκι στην πλάτη» αναμένοντας την απελευθέρωση και την επιστροφή στα πατρικά χώματα. Δυστυχώς, αυτό δεν πραγματοποιήθηκε. Τα σύνορα έκλεισαν για πάντα και οι άνθρωποι χωρίστηκαν. Αδέρφια, παιδιά, συγγενείς για μισόν αιώνα δεν υπήρχαν. Ξεχαστήκαμε, χάσαμε τους συγγενείς, τους συγχωριανούς και τους συμπατριώτες γενικά. Διακόπηκαν συγγενικοί δεσμοί και αδελφικές και πατρικές σχέσεις.
Οι περισσότεροι, από εκείνους που «ξέμειναν» στην Ελλάδα μετανάστευσαν, κυρίως, στην Αμερική. Εκεί, στα ξένα αναπαύονται χωρίς να αξιωθούν να επισκεφτούν, έστω και προσκυνητές, τον γενέθλιο τόπο.
Σ’ αυτούς, που αδήριτη ανάγκη τους υποχρέωσε να εγκαταλείψουν τον τόπο τους, αποδίδεται κάποια μορφή. Επικρίνονται για επιλήψιμες πράξεις και για εκούσια εγκατάλειψη των συμπατριωτών τους. Είναι, κατά την ταπεινή μου γνώμη, άδικο να τους μέμφονται. Μια ουσιαστική εμβάθυνση των γεγονότων που διαδραματίζονταν και της χαώδους και ταραχώδους κατάστασης εκείνης της κρίσιμης χρονικής περιόδου, θα πείσει τους αμφιβάλλοντες ότι η εγκατάλειψη του τόπου τους επεβλήθη εκ των πραγμάτων. Ας είναι. Οι μήνες, τα χρόνια διάβαιναν, ο καιρός περνούσε, τα χρόνια βάραιναν στις πλάτες για σχεδόν μισόν αιώνα που κράτησε ο «ζωντανοχωρισμός».
Και ήρθε «το πλήρωμα του χρόνου». Τα θεμέλια του αιμοσταγούς δικτατορικού καθεστώτος άρχισαν να τρίζουν και πολλοί, ως επί το πλείστον, νέοι, αψηφώντας τα ηλεκτροφόρα καλώδια, τους εκπαιδευμένους σκύλους και τους Αλβανούς στρατιώτες, με κίνδυνο της ζωής τους (πόσοι δεν χάθηκαν στα σύνορα), έρχονταν ικέτες στην Ελλάδα, για νέο ξεκίνημα, καινούργια αρχή, απαλλαγμένη από ρατσιστικές και άλλες διακρίσεις.
Και μετά από 45 χρόνια, χρόνια ανείπωτου πόνου και ψυχικού κάματου, τα ηλεκτροφόρα συρματοπλέγματα έπεσαν, το καθεστώς κατέρρευσε σαν χάρτινος πύργος και οι άνθρωποι κοπαδιαστά εγκατέλειψαν τον τόπο τους, νέοι, μεσήλικες και γέροι και κατέφυγαν για λίγη θαλπωρή και αγάπη στη Μητέρα Πατρίδα. Ήρθαν χιλιάδες νέοι με πολλά όνειρα και ελάχιστες τεχνικές γνώσεις, ανεπάγγελτοι σχεδόν και με την εργατικότητα και την τιμιότητά τους μπόρεσαν να αποκατασταθούν και να δημιουργήσουν θαυμάσιες οικογένειες.
Ίσως, διερωτηθούν κάποιοι: Ποια αντιστοιχία και ποιος συσχετισμός μπορεί να υπάρχει ανάμεσα στα ταξίδια παλιότερων εποχών και στην ομαδική φυγή των ανθρώπων μετά την διάλυση του προηγούμενου καθεστώτος;
Είναι φανερό, βέβαια, ότι ούτε σχέσεις ούτε συγκρίσεις μπορεί να υπάρχουν μεταξύ των δύο περιπτώσεων. Με μια, όμως, διαφορά: Δεν παύει η ομαδική φυγή των συμπατριωτών μας να είναι εκπατρισμός και ξερίζωμα με δυσοίωνες προεκτάσεις και συνέπειες, που σιγά-σιγά αρχίζουν να βγαίνουν στην επιφάνεια.
Η ξενιτιά δεν παύει να είναι ξενιτιά, πλανεύτρα, απατηλή και ψεύτικη. Ο αποχωρισμός σκληρός και βασανιστικός, σε κάθε εποχή. Παλιότερα τους ξεπροβόδιζαν με τα λόγια: «Η γ’ ώρα η καλή. Στο καλό και καλό καϊτέρεμα». Τώρα, όπως φαίνεται, δεν υπάρχει «καϊτέρεμα», είναι ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή.
Ο τόπος, χρόνο με το χρόνο, ερημώνει. Τα βοσκοτόπια και η καλλιεργήσιμη γη «πέφτουν σε ξένα χέρια». Χωριά και εκτάσεις γης καταπατούνται και, δυστυχώς, θαρθεί καιρός που δεν θα αναγνωρίζουμε τις πατρογονικές μας ρίζες.
Περιμένει ο τόπος τους νέους, το έμψυχο νεανικό δυναμικό, να επιστρέψει και να ξαναζωντανέψει, να ξανανθίσει και να επανέλθει το χαμόγελο της χαράς. Και οι ευχές που ανταλλάσσονται μεταξύ των ξενιτεμένων είναι «καλή Πατρίδα». Σ’ αυτή την ευχή συμπυκνώνεται η νοσταλγία και η ανάγκη της επανόδου.
Μακάρι η επάνοδος να μην αργοπορήσει. Οι καθυστερήσεις εγκυμονούν πολλούς κινδύνους για τους μαρτυρικούς μας τόπους.
Να γνωρίζουμε ακόμη ότι και ο θάνατος είναι καλοδεχούμενος στον τόπο που γεννηθήκαμε.
Οι συμβουλές των πατεράδων μας ότι «η πέτρα είναι βαριά στον τόπο της» ας γίνει οδηγός για μελλοντικές αποφάσεις των νέων μας.

Γράφει: Νίκος Υφαντής
Πρωινός Λόγος