H ΠΟΛΥΚΥΜΑΝΤΗ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ OΡΘΟΔΟΞΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΑΛΒΑΝΙΑΣ

Εκτυπώσιμη μορφήΕκτυπώσιμη μορφήΑποστολή σε φίλοΑποστολή σε φίλο

H ΠΟΛΥΚΥΜΑΝΤΗ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ OΡΘΟΔΟΞΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΑΛΒΑΝΙΑΣ

Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Αλβανίας μέσα στον 20ό αιώνα αντιμετώπισε πλήθος προβλημάτων, τα οποία απείλησαν και την υπόστασή της. Το φάσμα των ελληνοαλβανικών σχέσεων περνάει μέσα από την ιστορία της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Αλβανία.
Το 1926 το Οικουμενικό Πατριαρχείο έστειλε στην Αλβανία ως Έξαρχο τον Μητροπολίτη Τραπεζούντος Χρύσανθο, με σκοπό να ερευνήσει την καχυποψία των Αλβανών, οι οποίοι τρέφονταν εναντίον της Ελλάδος. Την καχυποψία αυτή την ενίσχυαν ακραία εθνικιστικά στοιχεία, τα οποία διέβλεπαν ότι η εξάρτηση της Εκκλησίας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, μπορούσε να αποβεί εις βάρος του νέου κράτους.
Το κλίμα το επέτεινε το γεγονός ότι εντός των ορίων του νεοσύστατου κράτους είχε υπαχθεί και η Βόρειος Ήπειρος. Γνώριζαν ότι η Ελλάδα δεν επρόκειτο να παραιτηθεί των δικαιωμάτων της επί της Βορείου Ηπείρου.
Αποτέλεσμα αυτών υπήρξε η διακοπή των σχέσεων της Αλβανίας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Σ’ αυτή την εξέλιξη πρωτεύοντα ρόλο έπαιξε η άφιξη στην Κορυτσά του Φαν Νόλι. Ο Φαν Νόλι ήρθε από την Αμερική, αυτοχειροτονήθηκε και τέθηκε επικεφαλής των Αλβανών εθνικιστικών. Η προσπάθειά του να εισαγάγει την αλβανική γλώσσα στη θεία λατρεία απέτυχε, γιατί ο αλβανικός λαός είχε συνηθίσει στην εκκλησία την ελληνική γλώσσα.
Το 1922 ανακηρύχτηκε αντικανονικά Αυτοκέφαλη η Ορθόδοξη Εκκλησία της Αλβανίας με απόφαση του Εκκλησιαστικού Συνεδρίου που συνεκλήθη στο Μπεράτι. Στο Εκκλησιαστικό αυτό Συνέδριο συμμετείχαν αντιπρόσωποι διορισμένοι από την αλβανική κυβέρνηση. Είχε απαγορευτεί η συμμετοχή στο Συνέδριο αντιπροσώπων από τις ελληνόφωνες περιοχές.
Αρχηγός της Αυτοκεφάλου Αλβανικής Εκκλησίας ανακηρύχτηκε ο έγγαμος ιερέας Ατ. Βασίλης, ο οποίος πλαισιώθηκε από 8/μελές Συμβούλιο. Ο λαός αντέδρασε για το εκκλησιαστικό αυτό πραξικόπημα. Οι αντιδράσεις αντιμετωπίστηκαν από την κυβέρνηση με βίαια μέσα.
Όπως γράψαμε το 1926 ορίστηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο Έξαρχος ο Μητροπολίτης Τραπεζούντος Χρύσανθος. Η συμβολή του Μητροπολίτη Τραπεζούντος, μετά την άφιξή του στην Αλβανία, υπήρξε πολύτιμη. Χάρη στις διαπραγματευτικές του ικανότητες ανασυγκροτήθηκε κανονικά η Εκκλησία και εξασφαλίστηκαν τα δικαιώματα του Πατριαρχείου.
Πριν από τον Χρύσανθο το Πατριαρχείο είχε αποστείλει τους αλβανικής καταγωγής επισκόπους Μιλητουπόλεως Ιερόθεο και Συνάδων Χριστόφορο με αναγνωριστική αποστολή. Οι επίσκοποι αυτοί προσχώρησαν στην αλβανορθόδοξη κίνηση και αποδέχτηκαν να γίνουν Μητροπολίτες, ο μεν πρώτος Κορυτσάς, ο δε δεύτερος Βερατίου (Βελεγράδων).
Η συμφωνία που επιτεύχθηκε από τον Χρύσανθο περιελάμβανε τα εξής: α) Η Ορθόδοξη Αλβανική Εκκλησία περιλαμβάνει τις Μητροπόλεις: Τιράνων, Κορυτσάς, Αργυροκάστρου, Βερατίου και Δυρραχίου, β) Ο Μητροπολίτης Τιράνων θα είναι και ο Αρχιεπίσκοπος, γ) Για τη γλώσσα της λατρείας θα εξακολουθήσει το ισχύον καθεστώς.
Ο Γολγοθάς της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Αλβανίας συνεχίστηκε για χρόνια πολλά. Η συμφωνία που είχε επιτευχθεί άρχισε να βάλλεται από εθνικιστικούς αλβανικούς κύκλους. Το Πατριαρχείο συνέταξε σχετικό πρωτόκολλο, το οποίο προέβλεπε ο πρώτος Αρχιεπίσκοπος να μην εκλεγεί από τους υποψηφίους που θα πρότεινε η αλβανική κυβέρνηση. Το αλβανικό υπουργικό Συμβούλιο κατεψήφισε το Πρωτόκολλο.
Η κατάσταση επιβαρύνονταν και εξαιτίας των εκκλησιαστικών αρχών της Σερβίας και κυρίως της Ρουμανίας, που επιθυμούσαν να εγκαταστήσουν δικούς τους επισκόπους. Οι Σέρβοι επέβαλαν δικούς τους επισκόπους σε όλες τις Μητροπόλεις, τις οποίες ενέκρινε και το αλβανικό κράτος. Όλους αυτούς καθώς και τον Άι-Βασίλη, καθήρε το Οικουμενικό Πατριαρχείο.
Το 1929 επετεύχθη νέα συμφωνία με το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Σύμφωνα με τη νέα συμφωνία τοποθετήθηκε Μητροπολίτης Κορυτσάς ο Αγιορείτης Ευλόγιος Κουρίλας και Αργυροκάστρου ο Παντελεήμων Κοτόκος.
Η νέα εκκλησιαστική κατάσταση δεν πρόλαβε να παγιωθεί, γιατί κηρύχτηκε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Η εκκλησία σχεδόν αποδεκατίστηκε. Οι Μητροπολίτες Κορυτσάς και Αργυροκάστρου εκπατρίστηκαν. Η πολιτική αλλαγή που επήλθε στην Αλβανία μετά το τέλος του πολέμου και η εγκαθίδρυση του μαρξιστικού καθεστώτος του Εμβέρ Χότζα κατάφερε καίριο πλήγμα κατά της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας.
Η αλβανική κυβέρνηση επεχείρησε να υπαγάγει την εκκλησία υπό την δικαιοδοσία της Μόσχας. Ο μέχρι τότε Αρχιεπίσκοπος Τιράνων Χριστόφορος, φυλακίστηκε και πέθανε στη φυλακή. Το 1949 το καθεστώς αναγόρευεσε Αρχιεπίσκοπο Τιράνων τον μέχρι τότε Επίσκοπο Κορυτσάς Παΐσιο Βοντίτσα. Αυτός χειροτόνησε Μητροπολίτη Κορυτσάς τον Έλληνα Φώτιο Ντούνη, Αργυροκάστρου τον Δαμιανό Κοκονέση, Βελεγράδων τον Δανιήλ Τσούλη. Η νέα αντικανονική Ιεραρχία διοικούσε την Εκκλησία από το 1951, ενώ είχε διακόψει κάθε επαφή με τις άλλες ορθόδοξες εκκλησίες.
Με διάταγμα του 1949 κρατικοποιήθηκε όλη η περιουσία της Εκκλησίας. Το 1966 πέθανε ο Παΐσιος και νέος Αρχιεπίσκοπος αναγορεύτηκε ο από Αργυροκάστρου Δαμιανός.
Το 1967 κατά το Ε΄ Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος διακηρύχτηκε ότι η Αλβανία είναι «το πρώτο αθεϊστικό κράτος στον κόσμο». Το νέο Σύνταγμα του 1976 απαγόρευσε κάθε εκδήλωση λατρείας και ακολούθησε κατάσχεση των εκκλησιαστικών περιουσιών, αποσχηματισμός των ιερέων, φυλακίσεις και διωγμοί, μετατροπή των ναών σε κέντρα πολιτιστικά ή σε αποθήκες και κορυφώθηκε η αντιθρησκευτική προπαγάνδα.
Ο Αρχιεπίσκοπος Δαμιανός, επειδή αρνήθηκε να εγκρίνει την καταστροφή που γινόταν εις βάρος της Εκκλησίας, συνελήφθη και φυλακίστηκε το 1967. Πέθανε στη φυλακή το 1973 σε ηλικία 80 ετών. Όμως, η πίστη, παρόλους τους διωγμούς, τις φυλακίσεις, τις εκτοπίσεις, τους θανάτους, δεν έσβησε. Την περίοδο αυτή παρουσιάστηκε πάλι το φαινόμενο των κρυπτοχριστιανών. Πολλοί ιερείς που είχαν αποσχηματιστεί τελούσαν τη θεία λειτουργία στα σπίτια τους με κίνδυνο της ζωής τους. Ιερά σκεύη, εικόνες, εκκλησιαστικά βιβλία τα είχαν κρύψει σε μυστικά μέρη, για να μην τα παραδώσουν στις κρατικές αρχές, οι οποίες είχαν κατασχέσει τα πάντα από ναούς και μονές.
Στα τέλη του 1989 και αρχές του 1990 το κομμουνιστικό καθεστώς της Αλβανίας κατέρρευσε. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο βρέθηκε μπροστά σε μια διαλυμένη Εκκλησία και φρόντισε για την ανασύνταξή της. Τον Ιανουάριο του 1991 όρισε τον Επίσκοπο Ανδρούσης Αναστάσιο Γιαννουλάτο Πατριαρχικό Έξαρχο, με σκοπό να φροντίσει για την ανασυγκρότηση της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Αλβανίας και τον επανεαυγγελισμό των ορθοδόξων.
Στις 24 Ιουνίου 1992 η Πατριαρχική Σύνοδος εξέλεξε Αρχιεπίσκοπο Τιράνων και Πάσης Αλβανίας τον Αναστάσιο και συγχρόνως επλήρωσε τις τρεις Μητροπολιτικές έδρες με την εκλογή των Αρχιμανδριτών Χριστοδούλου Μουστάκα ως Μητροπολίτη Κορυτσάς, Αλέξανδρο Καλπακίδη Αργυροκάστρου και Ιγνατίου Τριάντη Βερατίου.
Ο Πρόεδρος της Αλβανίας Σάλι Μπερίσα δήλωσε στην Πατριαρχική αντιπροσωπεία που τον επισκέφτηκε (4-7-1992) ότι αποδέχεται ως Αρχιεπίσκοπο Αλβανίας τον Έλληνα Αναστάσιο, όχι όμως και τους άλλους τρεις.
Ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος ενθρονίστηκε στις 2 Αυγούστου 1992 και επιδόθηκε με ζήλο και αυταπάρνηση στην εκ θεμελίων ανασυγκρότηση της Εκκλησίας. Ίδρυσε Ιερατική Σχολή, από την οποία αποφοιτούν ιερείς και διάκονοι, συγκάλεσε δύο κληρικο-λαϊκές Συνελεύσεις, οι οποίες ενέκριναν το πλαίσιο της διοίκησης της Εκκλησίας. Με οικονομική βοήθεια από την Ελλάδα ανήγειρε νέους ναούς και επισκεύασε ερειπωμένους. Οργάνωσε εκκλησιαστικό τυπογραφείο σε κτίριο που αγόρασε και στεγάζεται η Αρχιεπισκοπή. Μεταφράστηκαν στην αλβανική λειτουργικά βιβλία και αναπτύχθηκε πλούσια κοινωνική δραστηριότητα.
Όλα αυτά επιτεύχθηκαν από το μηδέν με λίγα αφοσιωμένα στελέχη από την Ελλάδα, με κόπο πολύ και με πολλές αντιδράσεις εκ μέρους εθνικιστικών αλβανικών κύκλων, οι οποίοι δηλητηριάζουν τις σχέσεις της Εκκλησίας με την Πολιτεία.
Το 1996 το Πατριαρχείο χειροτόνησε τους τρεις Επισκόπους που είχαν εκλεγεί να πληρώσουν ισάριθμες κενές Μητροπολιτικές θέσεις στην Αλβανία. Οι Επίσκοποι αυτοί παραμένουν στην Ελλάδα, αφού δεν έγιναν δεκτοί. Τότε είχε κατηγορηθεί ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος ότι εμποδίζει την εγκατάσταση των εκλεγέντων Μητροπολιτών, με το αιτιολογικό ότι η εκλογή τους έγινε χωρίς τη συγκατάθεσή του. Ο Αναστάσιος αντέκρουσε τους ισχυρισμούς αυτούς, υποστηρίζοντας ότι ακόμη και η δική του θέση είναι ανασφαλής.
Είναι γνωστό πως αν ψηφιζόταν το σχέδιο Συντάγματος της χώρας, που είχε εκπονήσει και έθεσε σε ψηφοφορία η τότε αλβανική κυβέρνηση, το οποίο προέβλεπε ο Προκαθήμενος της Εκκλησίας να είναι Αλβανός το γένος, ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος θα είχε απομακρυνθεί.
Σήμερα υπάρχει έντονη αναγεννητική προσπάθεια στην Αλβανία, η οποία εν πολλοίς οφείλεται στον Αρχιεπίσκοπο Αναστάσιο, ο οποίος διατηρεί λεπτές ισορροπίες. Έχει αγκαλιάσει όλους τους ορθόδοξους, Έλληνες, Βλαχόφωνους, Σλάβους και Αλβανούς, χωρίς διακρίσεις και αποκλεισμούς.