ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ: Μία μεγάλη θρησκευτική προσωπικότητα


Το μπλοκ %name διαγράφηκε.Το μπλοκ %name διαγράφηκε.Σύντομη περιγραφή του μπλοκ σας. Χρησιμοποιείται στη <a href="%overview">σελίδα επισκόπησης των μπλοκ</a>.Σύντομη περιγραφή του μπλοκ σας. Χρησιμοποιείται στη σελίδα επισκόπησης των μπλοκ.

Μία από τις πλέον διακεκριμένες θρησκευτικές προσωπικότητες, οι οποίες εχάραξαν μίαν φωτεινήν τροχιάν εις τον ολοσκότεινον ορίζοντα της δουλείας, κατά τον 18ον αιώνα, και διετήρησαν άσβεστον το άγιον πυρ της Ορθοδόξου Πίστεως, είναι η αξιοθαύμαστη μορφή του Ιερομάρτυρος Αγίου Κοσμά του Αιτωλού.
Έζησε και εργάσθηκε μεταξύ των ετών 1714-1779. Δεν ήταν μόνον η εσχάτη πτωχεία του μεγίστου μέρους των σκλαβωμένων. Ήτο και η παντελής έλλειψις πνευματικής τροφοδοσίας. Σχολεία δεν υπήρχαν διά να μαθαίνουν τα παιδιά στοιχειώδη γράμματα και ιστορίαν. Ιερείς διά να λειτουργούν και να αγιάζουν τον λαόν, να συντηρούν την ευσέβειάν του και αναρριπίζουν την φλόγα της πίστέως του, από μερικά μέρη έλειπαν παντελώς.
Εμπρός εις μίαν τέτοιαν, κατ’ εξοχήν θλιβεράν και αξιοδάκρυτον, κατάστασιν ευρισκόμενος ο ιερομάρτυς Κοσμάς, επήρε την μεγάλην του απόφασιν, ύστερα από θείο φωτισμό και μακρά προετοιμασία, διά να κηρύξη, σαν άλλος Απόστολος, το λόγο της σωτηρίας κατά τους ζοφερούς χρόνους της δουλείας.
Ξεκινώντας από την χριστιανικήν οικογένειά του, άνθος ευσεβεστάτης ρίζας των γονέων αυτού, οι οποίοι τον ανέθρεψαν εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου, εμαθήτευσεν κατ’ αρχήν εις τον ιεροδιδάσκαλον Λύτσικα και κατόπιν εις την Αθωνιάδα Σχολή διδάσκεται παρά τους πόδας επιφανών του γένους διδασκάλων, όπως του Ευγενίου Βουλγάρεως, Παναγιώτου Παλαμά και άλλων.
Μετά την αποφοίτηση από την Αθωνιάδα Ακαδημία επόθησε να ακολουθήση τη μοναστική ζωή και εισήλθε στην Ιερά Μονή Φιλοθέου, όπου αγωνίστηκε ασκητικώς επί 17 έτη. Εκεί κατ’ ιδίαν εντρυφά εις το σχολείον της Βίβλου εις την Αγίαν Γραφήν. Επίσης διατρέφεται στον πατερικόν λειμώνα και στην σοφή παράδοση της ζωής και της ορθοδοξίας. Το μοναστήρι δεν είναι ανάπαυσις, αλλά στάδιον ενασκήσεως των πνευματικών μας δυνάμεων.
Ο ευλαβής ιερομόναχος Κοσμάς διαισθάνεται την διακονίαν του μέσα στον κόσμο. Τι κι αν είναι μοναχός; Μεστωμένος στάχυς στο αγιώνυμον όρος σκέπτεται να θρέψει τα πλήθη που πεινούν, με τον λόγον και την διδαχήν του. Ο Πατριάρχης τον διορίζει ιεροκήρυκα της μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας και αμέσως με την πατριαρχικήν ευλογίαν εξέρχεται στην εξόρμησίν του την όντως ιεραποστολικήν. Περιοδεύει είκοσι χρόνια. Και κηρύττει, απλά, στοχαστικά, επαγωγικά. Κάτω από την σκιά του Σταυρού, ευαγγελίζεται Χριστόν Εσταυρωμένον. Το κήρυγμά του είναι ηθοπλαστικό, θρησκευτικό, παιδαγωγικό. Λαϊκός και ανεπιτήδευτος, αυθόρμητος και παραστατικός. Άγιος θαυματουργός.
Το ιεραποστολικό του έργον αρχίζει στα 46 χρόνια του. Διέρχεται βουνά και λειβάδια, βαπτίζει, διδάσκει, κηδεύει, παρηγορεί, νουθετεί. Η διακίνησίς του συνίσταται σε 4 μεγάλες περιοδείες. Από την Κωνσταντινούπολιν, Θράκην, Στερεάν Ελλάδα, Θεσσαλίαν, Αχαΐαν, Μακεδονίαν, Ήπειρο ως τα νησιά του Αιγαίου και Ιονίου πελάγους, εις την Σερβία, Αλβανία, ως το Δυρράχιον και την Κροΐα.
Ας ακούσωμεν τον ίδιον τον Άγιον μέσα από τις διδαχές του να εκθέτει εν πρώτοις την ζωήν του και κατόπιν να μας ομιλεί ποίον ήτο το κίνητρο για την ιεραποστολήν και ποίος ο σκοπός του έργου που ανέλαβε:
«Η πατρίδα μου η πρόσκαιρη, η γήινη και ματαία είναι από την επαρχία του Αγίου Άρτης*. Ο πατήρ μου, η μήτηρ μου, το γένος μου είναι ευσεβείς ορθόδοξοι χριστιανοί. Είμαι λοιπόν και εγώ, αδελφοί μου, άνθρωπος αμαρτωλός, χειρότερος από όλους· είμαι όμως δούλος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού του Εσταυρωμένου και Θεού. Όχι πως είμαι άξιος να είμαι δούλος του Χριστού, αλλ’ ο Χριστός μου με καταδέχεται διά την ευσπλαχνίαν του. Τον Χριστόν μας λοιπόν, αδελφοί μου, πιστεύω, δοξάζω και προσκυνώ. Τον Χριστόν μας παρακαλώ να με καθαρίση από κάθε αμαρτίαν ψυχικήν και σωματικήν. Τον Χριστόν μας παρακαλώ να με δυναμώση να νικήσω τους τρεις εχθρούς: τον κόσμον, την σάρκα και τον διάβολον. Τον Χριστόν μας παρακαλώ να με αξιώση να χύσω και εγώ το αίμα μου διά την αγάπην του, καθώς το έχυσε και Εκείνος διά την αγάπην μου. Ανίσως αδελφοί μου, να ήτο δυνατόν να ανεβώ εις τον ουρανόν, να φωνάξω μίαν φωνήν μεγάλην, να κηρύξω εις όλον τον κόσμον πως μόνο ο Χριστός μας είναι Υιός και Λόγος του Θεού και Θεός αληθινός και Ζωή των πάντων, θα ήθελα να το κάνω μα επειδή δεν δύναμαι να πράξω εκείνο το μέγα, κάμνω τούτο το μικρόν και περιπατώ από τόπου εις τόπον και διδάσκω τους αδελφούς μου το κατά δύναμιν, όχι ως διδάσκαλος, αλλά ως αδελφός. Διδάσκαλος μόνο ο Χριστός μας είναι».
Συνεχίζων την διδαχήν ο εμπνευσμένος ιεραπόστολος εξηγεί με τρόπον συναρπαστικόν και πολύ διδακτικόν πώς απεφάσισε να εργασθή χάριν της ωφελείας των υποδούλων χριστιανών:
«Πόθεν παρακινήθηκα, αδελφοί μου, θέλω να φανερώσω την αιτίαν. Αναχωρών από την πατρίδα μου προ σαράντα ετών, επερπάτησα τόπους πολλούς, κάστρα, χώρας και χωρία, και μάλιστα εις την Κωνσταντινούπολιν· και περισσότερον εκάθησα εις το Άγιον Όρος, δεκαπέντε χρόνους, και έκλαιον διά τας αμαρτίας μου. Σιμά εις τα άπειρα χαρίσματα, όπου μου εχάρισεν ο Κύριός μου, με ηξίωσε και έμαθα γράμματα. Έγινα και καλόγερος.
»Μελετώντας το Άγιον και Ιερόν Ευαγγέλιον εύρον μέσα πολλά και διάφορα νοήματα, τα οποία είναι όλα μαργαριτάρια, διαμάντια, θησαυροί, πλούτος, χαρά, ευφροσύνη, ζωή αιώνιος. Σιμά εις τα άλλα εύρον και τούτον τον λόγον, όπου λέγει ο Χριστός μας, πώς δεν πρέπει κανένας χριστιανός, άνδρας ή γυναίκα, να φροντίζη διά τον εαυτόν του μόνον πώς να σωθή, αλλά να φροντίζη και διά τους αδελφούς του να μη κολασθούν. Ακούοντας και εγώ, αδελφοί μου, τον γλυκύτατον λόγον όπου λέγει ο Χριστός μας, να φροντίζωμεν και διά τους αδελφούς μας, μ’ έτρωγεν εκείνος ο λόγος μέσα εις την καρδίαν τόσους χρόνους, ωσάν το σκουλήκι όπου τρώγει το ξύλον, τι να κάμνω και εγώ στοχαζόμενος εις την αμάθειάν μου. Εσυμβουλεύθηκα τους πνευματικούς μου πατέρας, αρχιερείς, πατριάρχας, τους εφανέρωσα τον λογισμόν μου, ανίσως και είναι θεάρεστον τέτοιον έργον να το μεταχειρισθώ, και όλοι με παρεκίνησαν να το κάμνω, και μου είπαν πως ένα τέτοιο έργον, καλόν και άγιον είναι. Μάλιστα παρακινούμενος από τον Παναγιώτατον Κύριον Σοφρώνιον, Πατριάρχην, να έχωμεν την ευχήν του, και λαμβάνοντας τας αγίας του ευχάς άφησα την ιδικήν μου προκοπήν, το ιδικόν καλόν και εβγήκα να περιπατώ από τόπου εις τόπον να διδάσκω τους αδελφούς μου».
Ιδού με πόσην σαφήνειαν και απλότητα διδάσκει προς τον λαόν το δόγμα περί Αγίας Τριάδος, συνδυάζων αυτό με την ηθικήν διδασκαλίαν περί αγάπης.
«Ο Πανάγαθος, αδελφοί μου, και πολύελεος Θεός, είναι ένας· και όποιος λέγει ότι είναι πολλοί θεοί, είναι διάβολος. Είναι δε και Τριάς: Πατήρ, Υιός και Άγιον Πνεύμα, μία Δόξα, μία Βασιλεία, ένας Θεός! Ο πανάγαθος και πολυέλεος Θεός, αδελφοί μου, έχει πολλά και διάφορα ονόματα. Λέγεται φως, ζωή, ανάστασις. Όμως το κύριόν του όνομα, λέγεται αγάπη. Και ημείς, λοιπόν αν θέλωμεν να λέγωμεν τον Θεόν μας πατέρα πρέπει να έχωμεν δύο αγάπες: αγάπη εις τον Θεόν και άλλην αγάπην εις τον πλησίον. Καθώς ένα χελιδόνι χρειάζεται δύο πτέρυγες να πετάξη, έτσι και ημείς χρειαζόμαστε αυτάς τας δύο αγάπας και χωρίς αυτάς αδύνατον είναι να σωθώμεν».
Με τας τόσους ζωηράς και παραστατικάς διδαχάς του ο Άγιος Κοσμάς ενουθέτει και συνεβουλεύει τον λαόν του Κυρίου. Όπως δε σημειώνει ο βιογράφος του, «ένας φωτοστέφανος δόξης περιελάμβανε το αγγελικό του πρόσωπο όταν μιλούσε. Γινόταν «μετάρσιος» και τα πλήθη έτρεχαν πίσω του σαστισμένα». Οι καρποί και τα αποτελέσματα μιας τοιαύτης προσπάθειας του Αγίου Κοσμά έφεραν αξιολογώτατα αποτελέσματα. Εβοήθησαν τον λαόν να διατηρήση την ορθόδοξον πίστιν του. Ανέκοψε το ρεύμα προς αλλαξοπιστίαν. Παρεκίνησε τον λαόν εις μετάνοιαν. Η Αγία ζωή του, η ασκητική μορφή του, ο αφιλάργυρος τρόπος του, ο ουράνιος ενθουσιασμός του εδημιούργησαν και εγκαθίδρυσαν εις τας ψυχάς των υποδούλων την πεποίθησιν, ότι ο Άγιος Κοσμάς ήτο απεσταλμένος του Θεού, όπως και ήτο πράγματι. Δι’ αυτό ό,τι εδίδασκε ερρίζωνε βαθειά στις ψυχές των ανθρώπων και παρέμενε ανεξίτηλον και μετεδίδετο από γενεά εις γενεάν. Μέχρι και σήμερον ακόμη διακόσια και πλέον έτη από του μαρτυρίου του, η μορφή του εμπνέει βαθειάν ευλάβειαν, αι διδαχαί του και αι προφητείαι του από στόματος εις στόμα και μεταδίδοντο εις τους επιγενεστέρους ως πολύτιμος παρακαταθήκη. Αλλ’ ο Αρχηγός και Τελειωτής της πίστεώς μας, ο Κύριος Ιησούς Χριστός, είχε προτείπει ότι οι μαθηταί του απεστέλλοντο να εργασθούν «ως πρόβατα εν μέσω λύκων» (Ματ. 10, 16). Αυτό συνέβη και εις τον Άγιον Κοσμάν. Οι μεν καλοπροαίρετοι άνθρωποι, έστω και αν ήσαν αμαρτωλοί επρόσεχαν τις διδαχές του, μετενόουν και συνεχωρούντο και εγίνοντο αφοσιωμένοι οπαδοί του. Οι κακόψυχοι όμως άνθρωποι αυτά εφρύατον και εζήτουν τρόπον να τον εξοντώσουν. Αυτό δε το έκανε τελικώς ο Κουρτ-Πασάς του Βερατίου. Ο Άγιος γνώριζε πως η ζωή του θα έφθανε στο σταυρό του μαρτυρίου. Γι’ αυτό, όπως όλοι οι μάρτυρες, βάδιζε προς το μαρτύριο με βήμα χαρμόσυνο και εορταστικό. Όταν οι απεσταλμένοι του Κουρτ-Πασά των συνέλαβον ο Άγιος αποχωριζόμενος από τον προσφιλών μοναχών που τον συνόδευαν προφητικώς επανέλαβε τους λόγους του ιερού ψαλμωδού «Διήλθομεν διά πυρός και ύδατος και εξήγαγες ημάς εις αναψυχήν» (Ψαλμ. 65, 12). Οι συλλαβόντες αυτόν τον έκλεισαν κάπου εκεί, όπου με ψαλμωδίες επέρασε όλη την νύχτα. Την άλλην ημέρα το πρωί εξεκίνησαν διά να τον φέρουν δήθεν εις τον Πασάν. Αλλ’ όταν έφθασαν στον τόπον του μαρτυρίου του είπαν να ετοιμασθεί. Ο Άγιος το αντελήφθη. Είχαν έλθει οι τελευταίες του στιγμές.
Προτού ο Άγιος απαγχονισθή, γονάτισε και προσευχήθηκε στο Θεό, δοξάζοντάς Τον και ευχαριστώντας Τον, διότι τον αξίωσε να θυσιάση και τη ζωή του για την προς Αυτόν αγάπη του. Έπειτα σηκώθηκε και ευλόγησε σταυροειδώς τα τέσσερα σημεία του ορίζοντος και ευχήθηκε σε όλους τους χριστιανούς, να τηρούν τις εντολές του Θεού. Όταν οι δήμιοι επεχείρησαν να του δέσουν τα χέρια, ο Άγιος τους είπε δεν χρειάζεται, αφού δεν πρόκειται να αντισταθή. Έτσι λοιπόν κρατώντας τα χέρια του σταυρωμένα προχώρησε και πέρασε το κεφάλι του στην αγχόνη. Οι δήμιοι απέσειραν την πέτρα και ο τρισμακάριστος Κοσμάς μετεωρίστηκε και έτσι παρέδωσε το πνεύμα του στο Θεό.
Οι δήμιοι γύμνωσαν το λείψανο του ιερομάρτυρος Κοσμά και, αφού του προσέδεσαν μια βαριά πέτρα στο λαιμό, το έριξαν στον ποταμό. Οι Χριστιανοί, πληροφορηθέντες τα γεγονότα αυτά, έτρεξαν αμέσως να ανασύρουν από τον ποταμό το άγιο λείψανο, πλην όμως, παρά τις προσπάθειές τους, δεν μπόρεσαν να το βρουν. Αλλά μετά από τρεις ημέρες ένας ευλαβής ιερεύς ονόματι Μάρκος, εφημέριος της Ιεράς Μονής των Εισοδείων της Υπεραγίας Θεοτόκου, που βρίσκεται κοντά στο χωριό Κολικόνταση, μπήκε σε μια βάρκα και αφού έκαμε το σημείο του σταυρού, έπλεε στον ποταμό, με σκοπό να βρει το άγιο λείψανο. Μετά από λίγο, ω του θαύματος! είδε το άγιο λείψανο να πλέει στον ποταμό όρθιο, σαν να ήταν ζωντανό. Αμέσως έσπευσε κοντά του, το εναγκαλίστηκε και το ανέσυρε από το ποτάμι. Εν συνεχεία, αφού το έντυσε με το ράσο του, το μετέφερε στο Μοναστήρι της Υπεραγίας Θεοτόκου και το ενταφίασε με τιμές πίσω από το Άγιο Βήμα.
Στον χώρο αυτό μετά από μερικά χρόνια ανηγέρθη ένας μεγάλος Ναός προς τιμήν του Αγίου, ο οποίος υπάρχει μέχρι σήμερα και γύρω από τον Ναό κτίστηκαν κελιά και έγινε μοναστήρι. Σ’ αυτό το μοναστήρι στεγάστηκε και μια εκκλησιαστική σχολή, όπου ο αριθμός των μαθητών έφθασε τους 100.
Στην σκέψη μας η αξιοθαύμαστη μορφή του είναι χαραγμένη και παραμένει ο προφήτης και ιεραπόστολος, ο ισαπόστολος και μάρτυς, ο ασκητής και Γέροντας Άγιος Κοσμάς.
Ο Άγιος ας πρεσβεύει για όλους τους ανθρώπους και ειδικά για τους νέους για τους οποίους θεωρείται προστάτης, να τους εμπνέει με την αγίαν φλόγα του θείου ζήλου που είχε και ο ίδιος. Αμήν! Γένοιτο.

* Αυτή η επαρχία περιελάμβανε και την Αιτωλίαν τότε.

Του Μητροπολίτη Βερατίου, Αυλώνος και Κανίνης ΙΓΝΑΤΙΟΥ