Τα βάσανα των Β/Ηπειρωτών μέσα από ποιήματα του Ν. Δήμου
Σώμα του μπλοκ, 29/01/2009 - 23:51
- Ο τίτλος του μπλοκ όπως εμφανίζεται στο χρήστη.
Ο Νικόλας Δήμου είναι ένας καλοσυνάτος εβδομηντάρης Έλληνας από το χωριό Κλεισάρι της πάνω Δερόπολης της Βορείου Ηπείρου.
Ταλαντούχος στιχοπλόκος ποιημάτων που αναφέρονται στην καθημερινότητα των ανθρώπων του τόπου του και άλλα στα οποία μιλάει για την οδυνηρή περίοδο του προηγούμενου καθεστώτος στην Αλβανία, το οποίο κατέπεσε κατά τρόπο παταγώδη αφήνοντας πίσω του συντρίμμια και ερείπια.
Ο κυρ-Νικόλας μου έστειλε δύο ποιήματα που έχουν άμεση σχέση με όσα βίωναν οι άνθρωποι της καταραμένης εκείνης εποχής. Δεν πρόκειται για ποιητικά αριστουργήματα, για τα οποία, όμως, κανένας δεν μπορεί να ανφισβητήσει την αλήθεια τους και την βαθιά πίκρα που αποπνέουν για όσα επώδυνα τράβηξαν οι άνθρωποι από ένα σύστημα, το οποίο, ομολογουμένως, στάθηκε το μοναδικό στον κόσμο, και για τον τρόπο που κυβερνούσε και για τη βαναυσότητα που αντιμετώπιζε τους πολίτες του. Στο επαίσχυντο εκείνο καθεστώς το άτομο δεν είχε δική του προσωπικότητα, απλά ήταν ένα νούμερο στον γενικό κρατικό μηχανισμό, που έπρεπε μόνο να εργάζεται και να αποδίδει για το κράτος. Για τον ίδιο φρόντιζε το Κόμμα που του παρείχε τα πλέον στοιχειώδη όσο να συντηρείται.
Το ίδιο δεν γίνεται και με τα ζώα; Στο στυγνό αυτό καθεστώς άνθρωποι και ζώα λογαριάζονται το ίδιο. Και αν έφερνες αντίρρηση, εάν δηλ. δεν συμφωνούσες με την κομματική γραμμή, υπήρχαν πολλοί τρόποι και σατανικοί μέθοδοι να σε συνετίσουν και να σε επαναφέρουν στη ζωώδη κατάσταση.
Το πρώτο ποίημα με τίτλο «Πινακίδα 5422», αναφέρεται στο περίφημο τζίπ της Ασφάλειας, της Σιγκουρίμι δηλαδή, στη «νεκροφόρα» όπως το αποκαλούσαν οι κάτοικοι των χωριών, το οποίο περιερχόταν τα χωριά και «μάζευε» τους αντιφρονούντες.
Όταν οι κάτοικοι άκουγαν το βογγητό του στους δρόμους των χωριών πάγωνε το αίμα τους, κλείνονταν στα σπίτια τους και κρυφοκοίταζαν από τα παράθυρα για να βλέπουν ποιος είχε σειρά αυτή τη φορά να τον περιμαζέψει το τζιπ για τα κρατητήρια της Ασφάλειας, όπου τον περίμεναν οι ανακριτές-βασανιστές να ομολογήσει για τα δήθεν προδοτικά του σχέδια κατά της σοσιαλιστικής οντότητας. Πόσοι και πόσοι, από αυτούς που καθημερινά κουβαλούσε το τζιπ με τον χαρακτηριστικό αριθμό 5422, δεν ξαναείδαν το φως της ημέρας και τους δικούς τους και θάφτηκαν σε άγνωστα μέρη.
Το τζιπ της Σιγκουρίμι άφησε τραυματικά βιώματα και πληγές ανοιχτές που δύσκολα θα κλείσουν.
Το ποίημα αυτό για το περιβόητο τζιπ είναι το εξής:
Η Πινακίδα 5422
Το τζιπ της Ασφάλειας της τότε «Sigurimi»
τραυματικά βιώματα μας άφησε στη μνήμη.
Όχι σαν βάρκα του ψαρά, λιγες φορές γεμάτη
αυτό το τζιπι γέμισε με πείσμα και γινάτι.
Με στοχευμένες διαδρομές αυτή η πινακίδα,
στο κάθε θύμα στήνονταν πρωτύτερα παγίδα.
Όποιος την αντίκριζε αυτή την πινακίδα
αμέσως ανατρίχιαζε, έχανε την ελπίδα.
Όλοι μας τον εζήσαμε αυτόν τον εφιάλτη
όχι μόνον στ’ όνειρο μα και με ξύπνιο μάτι.
Συχνά καινούργιο εμπόρευμα στα κελιά το φέρνει
άλλους μέσα του κουβαλά κι άλλους πίσω του σέρνει.
Είν’ γεγονότα απίστευτα κι όμως αληθινά
να έχει δεμένους όπισθεν και να τους σεριανά.
Με πόσο ρίγος τον Καλιά κοιτούσαν ’πο «κεί κάτου,
αυτό το τρισκατάρατο παλάτι του θανάτου.
Κορνάροντας με βογγητό σ’ όποιο χωριό περνούσε,
σαν νεκροφόρα π’ όλεθρο, θάνατο κουβαλούσε.
Έξω απ’ την Ασφάλεια βρέχονταν οι δικοί τους,
κι’ από δίψα στα κελιά καίγονταν η ψυχή τους.
Στις φυλακές δεν ήτανε κανείς εγκληματίας,
ήταν όσοι εκφράζονταν κατά της τυραννίας.
Δεν ξέρω πώς αντέξαμε τέτοιο βασανιστήρι,
τη λέξη «θάνατος» γι’ αυτούς κρατούσαμε στα χείλη.
Τ ο δεύτερο ποίημα εξυμνεί την υπομονή, την εργατικότητα και την καρτερικότητα των γυναικών της Δερόπολης με τις πανέμορφες φορεσιές, πραγματικό στολίδι του τόπου, αλλά και τη μοναχική και άχαρη ζωή τους.
Οι Ηπειρώτες γενικά, από τον κανόνα δεν εξαιρούνται οι Δεροπολίτες της Βορείου Ηπείρου, έχουν κάμειμεγάλο ταξίδι στο χρόνο και στην ιστορία.
Ο μισεμός δέρνει την Ήπειρο, όπως και τη Δερόπολη. Γέννημα ανάγκης η ξενιτιά είναι το δράμα και η δόξα της. Η αποδημία αποτυπώνεται θαυμάσια και σ’ αυτό το στιχοπλόκι του Νικόλα Δήμου.
Θαυμάσιος χαρακτηρισμός για τους άντρες «που ρουφούσαν το ικρό ποτήρι» και για τις γυναίκες που τις «έκαιγε της νιότης το λιοπύρι».
Πιστές Πηνελόπες οι Δεροπολίτισσες περίμεναν χρόνια και χρόνια τον καλό τους από τα ξένα.
Άλλες με παιδιά στην αγκαλιά και πολλές περιμένοντας τον άντρα τους έμεναν χωρίς παιδιά. Δεν έφτανε η ξελογιάστρα η ξενιτιά ήρθε και το καθεστώς της «λογοκρισίας» που τους άρπαξε τους άντρες και άλλους φυλάκισε, άλλους θανάτωσε και άλλους εξόρισε. Έμειναν οι γυναίκες να κρύβουν τον πόνο τους και με τις άσπρες μαντήλες στο κεφάλι να δουλεύουν στα χωράφια με ήλιο και βροχές. Η δικτατορία τους αφαίρεσε τη νιότη, το γέλιο και κάθε δημιουργική ελπίδα.
Θα πει στο ποίημα που ακολουθεί ο Νικόλας Δήμου για τις Δεροπολίτισσες γυναίκες: «Κρίμα που δοκιμάατε τέτοια δικτατορία, που η ζωή δεν ήτανε παρά μια τραγωδία».
Γυναίκες Δεροπολίτισσες
Γυναίκες Δροπολίτισσες τ’ Ομήρου Πηνελόπες,
καρτερικές, εργατικές, στις αρετές οι πρώτες.
Της ξενιτιάς οι άντρες σας ρουφούσαν το ποτήρι
και ’σας εδώ σας έκαιγε της νιότης το λιοπύρι.
Με την ελπίδα στ’ όνειρο να δειτε τον καλόν σας
πενήντα χρόνια έλειπε απ’ το προσκέφαλό σας.
Πόσες που δεν προφθάσατε μανάδες να γινήτε,
θα θέλατε κι εσείς καρπό να παρηγορηθείτε.
Πόσες δοκιμάσατε την άδεια αγκαλιά σας,
άλλες δεν είδατε παιδιά κιάλλες τον έρωτά σας.
Πόσες δεν βγάλατε ποτέ την πένθιμη στολή σας,
άλλες από χάσιμο τ’ αντρός κι άλλες του παιδιού σας.
Πόσες θύματα επιστολής και λογοκρισίας,
σαπίσατε στις φυλακές άνευ καμιάς αιτίας.
Πόσες από σας πεθάνατε δίχως ν’ ανταμωθείτε,
κι όλες σχεδόν γεράσατε χωρίς να φιληθείτε.
Πόσες από ’σας τολμήσατε με την αστροφεγγιά
τη φράχτη να πηδήσετε να βρείτε λευτεριά.
Άλλες ’πο σας γλυτώσατε τ’ όνειρο εκπληρώθη,
άλλες εμείνατε νεκρές απ’ της φρουράς τη λόγχη.
Πόσες λεχώνες έμειναν με τα πικρά μωρά τους
που δεν εγνώρισαν ποτέ τον ίδιο τον μπαμπά τους.
Τον πόνο σας τον κρύβατε, τον πνίγατε στα δόντια,
κι οι πονεμένες σας καρδιές τη μοίρα καταριόταν.
Σαν κρίνα με τις κάτασπρες μαντήλες στο κεφάλι
βγαίναν στον κάμπο για δουλειά πριν ήλιου φως προβάλλει.
Δεν ήταν μόνον για δουλειά ή για να πενθούσαν,
πάντοτε όταν έπρεπε ήξεραν να γλεντούσαν.
Η δροπολίσια φορεσιά πανέμορφο στολίδι,
μεσ’ στο χορό μοιάζουν οι νιές με δροσερό λουλούδι.
Κρίμα που δοκιμάσατε τέτοια δικτατορία,
που η ζωή δεν ήταν παρά μια τραγωδία.
Ας πέσει απ’ όλες σας οργή κατά της τυραννίας
που έκανε τη χώρα μας στρατόπεδο εξορίας.
Κλεισάρι 20.08.08
Νικόλας Δήμος
Γράφει: Νίκος Υφαντής
Πηγή Π.Λ.