95 χρόνια από την Αυτονομία της Βορείου Ηπείρου
Η υπογραφή σας θα εμφανίζεται δημόσια στο τέλος των σχολίων σας., 17/02/2009 - 16:46
- Ο τίτλος του μπλοκ όπως εμφανίζεται στο χρήστη.
H Ήπειρος, η ενιαία και αδιάσπαστη, ως ιστορικό παρελθόν, ακτινοβολεί πνευματικά και πολιτιστικά στον ελληνικό χώρο. Η προσφορά της σ’ αυτούς τους τομείς στάθηκε ένας από τους βασικούς συντελεστές που μορφολόγησαν τη ζωή του έθνους κατά τα σκοτεινά χρόνια της Τουρκοκρατίας, αλλά και μετά την εθνική αποκατάσταση.
Το αδιάσπαστο και αδιαίρετο της Ηπειρωτικής γης, δυστυχώς, διασπάστηκε, διαιρέθηκε και τεμαχίστηκε.
Μετά από αιώνες καταφρόνιας και ανυποληψίας έφτασε, επιτέλους, η ευλογημένη χρονιά του 1913. Η Ήπειρος απελευθερώθηκε και ενσωματώθηκε με τον εθνικό κορμό. Όμως, το βόρειο τμήμα της, το οποίο έμελλε να λέγεται Βόρειος Ήπειρος, υπήχθη υπό ξένη κατοχή.
Συμπληρώθηκαν 95 χρόνια από την κήρυξη της Αυτονομίας της Βορείου Ηπείρου. Η «αποκοτιά» των Βορειοηπειρωτών να αντισταθούν στη διχοτόμηση της Ενιαίας Ηπείρου, διατρανώνοντας ενόπλως την αντίθεσή τους, αποτελεί το αποκορύφωμα της πικρίας και της απογοήτευσής τους.
Ας διατρέξουμε επιγραμματικά στα γεγονότα της εποχής εκείνης που σηματοδότησαν την ίδρυση του αλβανικού κράτους και την παραχώρηση σ’ αυτό ηπειρωτικών εδαφών.
Η ίδρυση και συγκρότηση του αλβανικού κράτους είναι απόρροια των Βαλκανικών πολέμων, όταν Έλληνες, Βούλγαροι, Σέρβοι και Μαυροβούνιοι, μετά τους νικηφόρους πολέμους, μοιράστηκαν τα εδαφικά ιμάτια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Είναι ιστορικά εξακριβωμένο ότι η πλειοψηφία των Αλβανών, ήταν την εποχή εκείνη και παραμένει και σήμερα μουσουλμανική. Στους Βαλκανικούς πολέμους ταυτίστηκε με τον επικυρίαρχο και μάλιστα βοήθησε τους πολιορκημένους Τούρκους των Ιωαννίνων με εφόδια και συνέχισε να τους συντρέχει ως την κατάληψη της πόλης από τον ελληνικό στρατό.
Το παράδοξο στην προκειμένη περίπτωση είναι ότι οι Αλβανοί κέρδισαν την ανεξαρτησία τους στηριζόμενοι από το ένα μέρος στο αίμα που έχυσαν οι αντίπαλοί τους νικητές και από το άλλο στη στήριξη και βοήθεια των τότε Μεγάλων Δυνάμεων.
Η αντίθεση της Αυστροουγγαρίας προς τις βλέψεις των Σλάβων στα Βαλκάνια και η φιλοδοξία της Ιταλίας να εποπτεύει στην Αδριατική ευνόησαν τους Αλβανούς, οι οποίοι δεν είχαν καμιά δυνατότητα να ασκήσουν πολιτική για εδαφικές διεκδικήσεις.
Η διχοτόμηση της Ηπείρου οφείλεται σ’ αυτή τη μισελληνική πολιτική της Ιταλίας και Αυστροουγγαρίας, οι οποίες «στραγγάλισαν» τα ελληνικά δικαιώματα σε περιοχές που εθνολογικά, ιστορικά, πολιτικά και θρησκευτικά, αποτελούν αδιαίρετο κομμάτι του ελλαδικού κορμού. Ο ανταγωνισμός τους είχε ως αποτέλεσμα τον «παρά φύση τοκετό» του αλβανικού κράτους.
Στις 28 Νοεμβρίου 1912 ο Ισμαήλ Κεμάλ μπέης Βλιώρα κήρυξε στην Αυλώνα την ανεξαρτησία της Αλβανίας. Η Πρεσβευτική Διάσκεψη του Λονδίνου (7 Δεκ. 1912) αναγνώρισε την αυτονομία της Αλβανίας και όρισε Διεθνή Επιτροπή για τη χάραξη των συνόρων μεταξύ Ελλάδος και Αλβανίας.
Γιορτάζουμε οι Ηπειρώτες τα «Ελευθέρια» της πόλης και της Ηπείρου. Να θυμηθούμε πρέπει ότι, πριν από την απελευθέρωση των Ιωαννίνων, τα ελληνικά στρατεύματα απελευθέρωσαν, από τον Μάρτιο του 1912 μέχρι τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους, το Δέλβινο, τη Χειμάρα, τους Αγίους Σαράντα και στις 7 Δεκεμβρίου την Κορυτσά. Η προέλαση των ελληνικών δυνάμεων συνεχίστηκε και τον Μάρτιο του 1913 απελευθερώνονται το Λεσκοβίκι, η Πρεμετή και το Αργυρόκαστρο.
Δυστυχώς, οι απελευθερωθείσες αυτές περιοχές δεν χάρηκαν την ελευθερία τους. Η Διεθνής Επιτροπή, με την υποστήριξη και της ιταλικής διπλωματίας, κατέληξε στο Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας (Δεκέμβριος 1913), σύμφωνα με το οποίο, η Βόρειος Ήπειρος, χωρίς να ληφθεί καθόλου το εθνικό φρόνημα και η συνείδηση των κατοίκων, προσκυρώνεται στο αλβανικό κράτος. Αποκόβονται από τον εθνικό κορμό περιοχές που έδωσαν τους μεγαλύτερους εθνικούς ευεργέτες, χρήμα και αίμα, αναγκάζοντας τους κατοίκους να ξαναρχίσουν τη ζωή τους κάτω από άλλον αφέντη.
Μπροστά στο διεθνές έγκλημα που διαπράχτηκε, ξεσπάθωσε η αγανάκτηση των Ηπειρωτών, οι οποίοι αποφάσισαν να υπερασπίσουν την ελευθερία τους. Έκριναν ότι ήταν αποκλειστικά δικό τους δικαίωμα να αποφασίσουν για την τύχη τους.
Στο Πανηπειρωτικό Συνέδριο που συνήλθε στην Αθήνα, αποφασίστηκε ένοπλη αντίσταση και ανατέθηκε η αρχηγία του Αγώνα στον εξέχοντα Ηπειρώτη Γεώργιο Χρηστάκη Ζωγράφο, από το Κεστοράτι Αργυροκάστρου, ο οποίος παραιτήθηκε από τη θέση του Γενικού Διοικητή Ηπερου και έθεσε τον εαυτόν του στην υπηρεσία της ιδιαίτερης πατρίδας του. Ο Γεώργιος Ζωγράφος φτάνει στο Αργυρόκαστρο στις 15 Φεβρουαρίου 1914 και σχηματίζει την προσωρινή κυβέρνηση της «Αυτονόμου Ηπείρου».
Στις 17 Φεβρουαρίου η προσωρινή Κυβέρνηση με τον Γεώργιο Ζωγράφο, τον Μητροπολίτη Δρυϊνουπόλεως Βασίλειο, τον Βελλάς και Κονίτσης Σπυρίδωνα, τον υπουργό των Εξωτερικών Αλέξανδρο Καραπάνο, με σημαιοφόρο τον φλογερό δημοσιογράφο Χατζή-Πελερέν, ένοπλοι Ιερολοχίτες και σύσσωμος ο λαός της περιοχής, συγκεντρώνονται στη γέφυρα του Δρίνου ποταμού κάτω από το Αργυρόκαστρο και υψώνουν τη σημαία της Αυτονομίας με τον δικέφαλο αετό.
Ο Βορειοηπειρωτικός λαός ανέλαβε αγώνα ευγενικής άμυνας για δικαίωση. Η κυβέρνηση της Αυτονόμου Ηπείρου, με την ανάληψη των ευθυνών του αγώνα απηύθυνε στο λαό προκήρυξη, η οποία κατέληγε:
«...Ελευθέρα ήδη παντός δεσμού, μη δυναμένη δε να συμβιώσει και δη υπό τοιούτους όρους μετά της Αλβανίας, ΚΗΡΥΣΣΕΙ η Βόρειος Ήπειρος την ανεξαρτησίαν της και προσκαλεί τους πολίτας της όπως υποβαλλόμενοι εις πάσαν θυσίαν προασπίσωσι την ακεραιότητα του εδάφους και τας ελευθερίας της, από πάσης προσβολής».
Και ο αγώνας αρχίζει. Ο αυτονομιακός στρατός βαδίζει από νίκη σε νίκη, ενώ οι Αλβανοί υποχωρούν άτακτα.
Οι θριαμβευτικές νίκες των Ηπειρωτών καθιστούν τη θέση τους ευνοϊκή και βλέπουν να δικαιώνεται ο αγώνας τους. Η Διεθνής Επιτροπή, μετά τις νίκες των Ηπειρωτών και την απώθηση των Αλβανών πέρα από τα βορειοηπειρωτικά όρια, αναγκάστηκε να έρθει σε συνεννόηση με την κυβέρνηση της Αυτονόμου Ηπείρου. Εμήνυσε στον Πρόεδρο Γεώργιο Ζωγράφο ότι ήταν έτοιμη να υποβάλει κείμενο παραχωρήσεων προς τους Ηπειρώτες, με την προϋπόθεση να σταματήσει η προέλαση του αυτονομιακού στρατού.
Ο Γ. Ζωγράφος δέχτηκε και ακολούθησε πενθήμερη ανακωχή, κατά την οποία διεξήχθησαν διαπραγματεύσεις που κατέληξαν σε ικανοποιητικό αποτέλεσμα.
Στις 9/17 Μαΐου 1914 υπογράφτηκε το «Πρωτόκολλο της Κέρκυρας», οι συμφωνίες του οποίου τροποποιούσαν ή καλύτερα ανέτρεπαν τελείως τις συμφωνίες του Πρωτοκόλλου της Φλωρεντίας. Οι συμφωνίες που έγιναν δεκτές σε όλα τα σημεία, και χωρίς όρους από την Αλβανία, περιελάμβαναν και τα εξής: 1) Η Βόρειος Ήπειρος γινόταν αυτόνομη και εξασφαλιζόταν ειδική διοικητική οργάνωησ των Επαρχιών Αργυροκάστρου και Κορυτσάς. Αναγνωριζόταν ο ελληνικός χαρακτήρας της Βορείου Ηπείρου και το δικαίωμα να αυτοδιοικείται. 2) Επίσημη γλώσσα η Ελληνική και στα σχολεία. Η αλβανική προαιρετική. 3) Αποκτούσε το δικαίωμα δική της στρατιωτικής δύναμης και δικό της σώμα Ασφαλείας.
Δυστυχώς, οι εξελίξεις που ακολούθησαν επεφύλαξαν διαφορετική τύχη στην περιοχή. Τα γεγονότα μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο ανέτρεψαν τα δεδομένα των συμφωνιών της Κέρκυρας και η Βόρειος Ήπειρος παρέμεινε και παραμένει στην αλβανική Επικράτεια.
Στα χρόνια που ακολούθησαν και μετά τον καθορισμό της μεθοριακής γραμμής Ελλάδος και Αλβανίας το 1923, οι Βορειοηπειρώτες ζουν και επιβιώνουν κάτω από αφόρητες πιέσεις και κατατρεγμούς. Τα κατοχυρωμένα από διεθνείς συνθήκες μειονοτικά δικαιώματα καταπατούνται ενσυνείδητα και το ελληνικό στοιχείο υποφέρει.
Η εγκαθίδρυση δε της «Σοσιαλιστικής Λαϊκής Δημοκρατίας» στην Αλβανία από τον Εμβέρ Χότζα σημάδεψε για 45 χρόνια και τη ζωή των Ελλήνων της Βορείου Ηπείρου.
Εγκλωβισμένοι στην απέραντη αλβανική φυλακή, αποκομμένοι από το Μητροπολιτικό Κέντρο, έχασαν την ψυχική τους ισορροπία. Ο αφελληνισμός κορυφώθηκε. Φτώχεια, ανέχεια, χαφιεδισμοί, αβεβαιότητα, ανασφάλεια, επικρατούσε. Οι Έλληνες ζούσαν τη ζωή του στιγματισμένου, του «θιγμένου», του «κολιάκου».
Σήμερα, μετά την πτώση των ειδώλων και την επανάκαμψη της Δημοκρατίας στη χώρα των Αετών, όπως αυτοπροσδιορίζονται οι Αλβανοί, οι τομές προσδιορισμού των εθνοτήτων βρίσκονται στη νηπιακή κατάσταση, αφού για μισόν αιώνα η χώρα λειτουργούσε σε καθεστώς απομόνωσης και στην ενδοχώρα ο κυρίαρχος αγροτικός χαρακτήρας συνδυάστηκε με την πολιτική που επεδίωκε να «σταματήσει το χρόνο».
Ακόμη το γεγονός ότι η αλβανική κυβέρνηση δεν επέτρεψε στους κατοίκους τον αυτοπροσδιορισμό στην πρόσφατη απογραφή, είναι πολύ δύσκολος ο προσδιορισμός του ελληνικού πληθυσμιακού δυναμικού.
Σήμερα, και μετά από την αθρόα εγκατάλειψη του τόπου τους από τους Βορειοηπειρώτες, οι οποίοι ήρθαν και «κούρνιασαν» στη Μητρόπολη, κάθε αισιόδοξη προοπτική θα πρέπει να έχει ως βάση, από τη μια μεριά την παραμονή του βορειοηπειρωτικού στοιχείου στις πατρογονικές του εστίες και από την άλλη, τη στήριξη, την αναγέννηση, τη συσπείρωση και την οργάνωση του ελληνισμού με πνεύμα αγάπης, ομόνοιας και ομοψυχίας.Θα ήταν ευχής έργο όλοι οι Έλληνες να επισκεφτούν τους μαρτυρικούς βορειοηπειρωτικούς χώρους. Να αντικρύσουν τον βαθύχρωμο κάμπο της Δερόπολης, τις απέραντες πεδινές εκτάσεις του Βούρκου των Αγίων Σαράντα, τις αετοφωλιές της Χειμάρας και τις δαντελωτές ακρογιαλιές της, τα στενά της Κλεισούρας, τις ομορφιές της Κορυτσάς.
Ο ιστορικός και προσεκτικός μελετητής, όταν σκύψει με προσοχή και αντικειμενικότητα στα διαδραματισθέντα γεγονότα στον Ηπειρωτικό χώρο, θα διαπιστώσει την αλληλουχία ενεργειών και πράξεων του βορειοηπειρωτικού ελληνισμού, καθώς και την αναγκαιότητα πάνω και πέρα από σκοπιμότητες.
«Η Ελλάς», όπως γράφει ο Κων. Σκενδέρης, «εκτός του δικαιώματος επί της Βορείου Ηπείρου, μεγάλην υποχρέωσιν προς τους βορειοηπειρώτες και την Πατρίδα των έχει, διότι ούτοι την ελευθερίαν των διά των ιδίων χειρών των αποκτήσαντες, τα όπλα κατέθεσαν κατόπιν υποχρεώσεως αυτής ότι εξασφαλίσθη η ελευθερία των. Εκ της υποχρεώσεως ταύτης ουδέποτε απαλλάσσεται η Ελλάς».
Προς επίρρωση των διαπιστώσεων του Σκενδέρη να πούμε ότι οι Βορειοηπειρώτες, και κάτω ακόμη από την πιο στυγνή δουλεία, είχαν συνείδηση του χρέους και της αποστολής τους και στις περιπτώσεις εθνικών περιπετειών απέδειξαν με τη στάση τους τον πατριωτισμό τους. Πάντοτε το ηθικό, πνευματικό και κοινωνικό επίπεδό τους ήταν σταθερά προσανατολισμένο προς τη ΜΗΤΕΡΑ ΠΑΤΡΙΔΑ. Από τον ελληνικό τρόπο ζωής και την ελληνική παιδεία αντλούσαν δυνάμεις.
Έχουμε τη γνώμη πως, όταν μειωθεί και ελαχιστοποιηθεί το κλίμα δυσπιστίας και καχυποψίας των Αλβανών απέναντι της Ελλάδος και αυξηθούν τα μέτρα προστασίας και σεβασμού των μειονοτικών δικαιωμάτων της Ελληνικής Κοινότητας, και ακόμη, όταν οι ιθύνοντες Αλβανοί συνειδητοποιήσουν ότι η Ελλάδα είναι ο μοναδικός γείτονας που ενδιαφέρεται για την ανάπτυξη και ανόρθωση της χώρας τους, γεγονός που το αποδεικνύει με τις πράξεις της, τότε, πράγματι, η ελληνική ομογένεια θα αποβεί ο ομφάλιος λώρος, η γέφυρα ουσιαστικής φιλίας, ανάμεσα στους δυο γειτονικούς και συγγενικούς λαούς.
Πίστη μας είναι πως οι Έλληνες της Βορείου Ηπείρου, όπως βρήκαν τη δύναμη επί σειρά γενεών, μέσα από απίστευτους κατατρεγμούς και κλυδωνισμούς, να κρατήσουν όρθια την εθνική τους συνείδηση, θα βρουν και πάλι τον τρόπο να μορφοποιήσουν το ασχημάτιστο σε μορφή, να θωρακίσουν τις εθνικές τους καταβολές, να διαφυλάξουν τις προγονικές τους παραδόσεις, με τις οποίες έζησαν επί αιώνες και να γρανιτώσουν την φυλετική τους καταγωγή.
Γράφει ο ΝΙΚΟΣ Θ. ΥΦΑΝΤΗΣ
πηγή Π.Λ.