Για ένα νέο Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας
Προεπιλεγμένος τρόπος παρουσίασης, 23/03/2009 - 05:07
- Ο τίτλος του μπλοκ όπως εμφανίζεται στο χρήστη.
H Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου παρουσιάζει σχέδιο νέου Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας σε εκδήλωση που θα γίνει στην Αίθουσα Εκδηλώσεων της ΕΣΗΕΑ,
Ακαδημίας 20, Πέμπτη 26 Μαρτίου, στις 18:30
ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ
«Εθνική ταυτότητα και ιδιότητα του πολίτη στη Νεότερη Ελλάδα»
Χριστίνα Κουλούρη – ιστορικός, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου
« Τι σημαίνει να είσαι ‘δεύτερη γενιά’ μεταναστών στην Ελλάδα»
Ηλίας Τζογόνας – Kiama, εκπρόσωπος της Second generation 07
«Γιατί ένας Νέος Κώδικας Ιθαγένειας στην Ελλάδα σήμερα»
Δημήτρης Χριστόπουλος, πρόεδρος του δ.σ. της Ένωσης
«Παρουσίαση των διατάξεων του Κώδικα»
Μιχάλης Τσαπόγας, μέλος του δ.σ. της Ένωσης
Στο δεύτερο μέρος της εκδήλωσης τοποθετούνται σχετικά :
Προκόπης Παυλόπουλος, υπουργός Εσωτερικών
Χάρης Καστανίδης, πολιτικός εκπρόσωπος Εσωτερικών ΠΑΣΟΚ
Ιωάννης Γκιόκας, Βουλευτής ΚΚΕ
Φώτης Κουβέλης, κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος ΣΥΡΙΖΑ
Ακολουθεί συζήτηση. Την εκδήλωση συντονίζει ο αντιπρόεδρος του δ.σ. της
Ένωσης, καθηγητής Νίκος Κ. Αλιβιζάτος.
Γιατί νέος Κώδικας Ελληνικής Ιθαγένειας
Η ανάγκη συστηματοποίησης και κωδικοποίησης του ελληνικού δικαίου ιθαγένειας οδήγησαν στην υιοθέτηση του νέου Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας το Νοέμβριο του 2004 (ν.3284/2004), ο οποίος πράγματι συνιστά ένα συνεκτικό νομικό κείμενο. Πέραν αυτού, όμως, ο νέος ΚΕΙ δεν πραγματοποιεί κάποιο ουσιαστικό άνοιγμα προς την κατεύθυνση του εκσυγχρονισμού του κανονιστικού περιεχομένου των διατάξεων διατηρώντας παρωχημένες και μάλλον ασύμβατες στο πλαίσιο ενός σύγχρονου κράτους δικαίου ρυθμίσεις όπως λ.χ. το αναιτιολόγητο των απορριπτικών αποφάσεων πολιτογράφησης ή η απουσία οποιασδήποτε προθεσμίας για τη διεκπεραίωση των υποθέσεων ιθαγένειας. Περαιτέρω, ο Κ.Ε.Ι. του 2004 εμμένει αυστηρά στην αρχή του αίματος όχι μόνο ως θεμελιώδη αλλά και επί της ουσίας ως μοναδική αρχή για την απόδοση της ελληνικής ιθαγένειας, παραγνωρίζοντας έτσι τις προκλήσεις που θέτει το φαινόμενο της μετανάστευσης για το κράτος δικαίου και τη συνοχή της ελληνικής κοινωνίας στον 21ο αιώνα. Υπ` αυτή την έννοια, η αλλαγή του 2004 συνιστά, κατά την άποψή μας, μια προφανώς εσωστρεφή και άτολμη νομοθετική παρέμβαση, μια χαμένη ευκαιρία στην κατεύθυνση χάραξης ενός διορατικού και μακροχρόνιου σχεδιασμού απαγκιστρωμένου από τις λογικές που διέπουν το παρελθόν.
Ως απάντηση στη μη μεταρρύθμιση του ελληνικού δικαίου ιθαγένειας το 2004 συχνά διατυπώνονται προτάσεις για την εισαγωγή στον υφιστάμενο Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας ρυθμίσεων για την απόδοση της ελληνικής ιθαγένειας σε ορισμένες κατηγορίες αλλοδαπών, ιδίως σε όσους έχουν γεννηθεί και ενηλικιώνονται στην Ελλάδα ή όσους έχουν παρακολουθήσει και ολοκληρώσει σπουδές δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης σε ελληνικά σχολεία στην Ελλάδα. Πρέπει, όμως, να επισημανθεί ότι οι προτάσεις αυτές, παρά τις καλές προθέσεις και τον κατ` αρχήν θετικό τους προσανατολισμό, είναι περισσότερο προϊόν μιας διάθεσης αντιμετώπισης πολύ συγκεκριμένων επί μέρους προβλημάτων και όχι μιας ευρύτερης επεξεργασίας των κρίσιμων ζητημάτων που αφορούν τον θεσμό της ιθαγένειας στο πλαίσιο ενός σύγχρονου κράτους δικαίου στην εποχή της μετανάστευσης. Μια επεξεργασία που είναι αναγκαία καθώς το δίκαιο της ιθαγένειας έχει τη δική του εσωτερική συνοχή, με ρυθμίσεις που αλληλεπιδρούν και αλληλοεξαρτώνται.
Επιδιώκοντας να αποφύγει μια αποσπασματική προσέγγιση στα ζητήματα ιθαγένειας η Ένωση θεωρεί ότι επιβάλλεται πλέον η συνολικότερη αναθεώρηση του συστήματος της ελληνικής ιθαγένειας. Για το λόγο αυτό και παρουσιάζει την πρότασή της για την υιοθέτηση ενός νέου σύγχρονου Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένεια, ο οποίος διαμορφώνει ένα σαφές και συνεκτικό πλαίσιο δικαίου ιθαγένειας και περιέχει ρυθμίσεις που θεωρούμε κοινωνικά επιβεβλημένες, δίκαιες και πολιτικά εφικτές.
Τα δέκα βασικά σημεία του Κώδικα παρουσιάζονται ακολούθως, ενώ το σώμα των διατάξεων με την αιτιολογική έκθεση θα παρουσιαστεί επισήμως σε δημόσια εκδήλωση της Ένωσης στην οποία θα τοποθετηθούν εκπρόσωποι των κοινοβουλευτικών κομμάτων. Εν τω μεταξύ, η Ένωση έχει ήδη ξεκινήσει μια άτυπη καμπάνια ενημέρωσης και προώθησης της ρύθμισης σε αρμοδίους φορείς και πολιτικά κόμματα.
Για ένα νέο Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας
H Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου προτείνει:
1. Υποχώρηση του «δικαίου του αίματος» όταν έχει μεσολαβήσει μακρά αλληλουχία γενεών χωρίς την παραμικρή βουλητική ή πραγματική σύνδεση με την ελληνική πολιτεία.
2. Διαδικασία κτήσης ιθαγένειας για τα τέκνα αλλοδαπών που γεννιούνται στην Ελλάδα:
- προαιρετικά με δήλωση των γονέων για τη δεύτερη γενεά μεταναστών που μένει στην Ελλάδα τουλάχιστον 5 χρόνια,
- υποχρεωτικά με τη γέννηση για την τρίτη γενεά.
3. Πέντε χρόνια προηγούμενης παραμονής του αλλοδαπού στην Ελλάδα ως προϋπόθεση της αίτησης πολιτογράφησης.
4. Δραστική μείωση του παραβόλου για την αίτηση πολιτογράφησης.
5. Κατάργηση της υποχρέωσης προσκόμισης στοιχείων για «το ήθος και την προσωπικότητα» του αιτούντος, καθώς το Ποινικό Μητρώο καλύπτει σχετικές αναφορές.
6. Επαναφορά της συνέντευξης για κάθε περίπτωση πολιτογράφησης και υποχρέωση αιτιολογίας για την άρνηση πολιτογράφησης.
7. Εξορθολογισμός περιπτώσεων εξαιρετικής πολιτογράφησης και σύνδεσή της με την απόδειξη ισχυρών δεσμών με τη χώρα.
8. Εισαγωγή υποχρέωσης αποδοχής της οικειοθελούς αποβολής ιθαγένειας και κατάργηση κάθε ενδεχόμενου αναγκαστικής αποβολής ιθαγένειας.
9. Για πρώτη φορά κωδικοποίηση της διαδικασίας καθορισμού ιθαγένειας, η οποία αντιστοιχεί σε αγώγιμο δικαίωμα του ενδιαφερομένου και δεν εξαρτάται από τη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης.
10. Πρόβλεψη εύλογων ειδικών προθεσμιών για την κτήση ιθαγένειας.
Αθήνα, 19 Μαρτίου 2009
H περίληψη, οι διατάξεις του Κώδικα και η αιτιολογική έκθεση σε: www.hlhr.gr
Περίληψη Αιτιολογικής έκθεσης του προτεινόμενου σχεδίου Νέου Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας
της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου
Εισαγωγή
Πεποίθηση της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου είναι ότι ο Κώδικας Ελληνικής Ιθαγένειας (ΚΕΙ) πρέπει να αλλάξει. Η πρόταση αυτή περιλαμβάνει το σώμα ενός νέου ΚΕΙ καθώς και την κατ’ άρθρον αιτιολογική έκθεση.
Το βασικό – ανάμεσα στα άλλα - πρόβλημα με την πολιτική της Ελλάδας στα ζητήματα ιθαγένειας στις αρχές του 21ου αιώνα, σχετίζεται με τον εν γένει αμυντικό τρόπο με τον οποίο η ελληνική πολιτεία αντιμετωπίζει το μεταναστευτικό φαινόμενο. Όπως έχει διατυπωθεί παλιότερα από την Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, «ο έλληνας νομοθέτης (…) αντιμετωπίζει τη μετανάστευση στην καλύτερη περίπτωση σαν ένα ιστορικό ατύχημα και στη χειρότερη, σαν έγκλημα.» Αντίστοιχα, από τον πρώτο χρόνο λειτουργίας του, ο Συνήγορος του Πολίτη έχει επισημάνει ότι «η εμμονή του ελληνικού δικαίου της ιθαγένειας στη λεγόμενη αρχή του αίματος αποτελεί, όπως και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, πηγή αρκετών προβλημάτων».
Όμως, ήδη από τα τέλη του 20ου αιώνα, στις γενέτειρες του της Κεντρικής Ευρώπης – κυρίως στη Γερμανία – αλλά και στον ευρωπαϊκό νότο – κυρίως στην Πορτογαλία και την Ισπανία, το δίκαιο του αίματος αρχίζει να δέχεται επιδράσεις από τρόπους κτήσης ιθαγένειας βασιζόμενους στη γέννηση και διαμονή.
Ο τελευταίος Κώδικας Ελληνικής Ιθαγένειας που υιοθετήθηκε το Νοέμβριο του 2004 (Ν. 3284/2004) είναι ένα ιδιαίτερα συνεκτικό νομικό κείμενο, που λύνει πολλά από τα προβλήματα ερμηνείας που συχνά προέκυπταν από τις συνεχείς τροποποιήσεις του προηγούμενου ΚΕΙ. Ωστόσο, ο νέος ΚΕΙ - πέραν της συστηματοποίησης των υπαρχουσών διατάξεων - δεν πραγματοποιεί κάποιο ουσιαστικό άνοιγμα προς την κατεύθυνση του εκσυγχρονισμού του κανονιστικού περιεχομένου των διατάξεων, με εξαίρεση πεδία με κοινωνικά ελάσσονα σημασία. Κατά την άποψή μας, η αλλαγή του 2004 είναι μια προφανώς εσωστρεφής και άτολμη νομοθετική παρέμβαση, μια χαμένη ευκαιρία στην κατεύθυνση χάραξης ενός διορατικού και μακροχρόνιου σχεδιασμού απαγκιστρωμένου από τις λογικές που διέπουν το παρελθόν.
Η παρούσα πρόταση συγκροτεί ένα συνεκτικό σώμα κανόνων το περιεχόμενο των οποίων είναι απολύτως ευθυγραμμισμένο με τις προκλήσεις της παρούσας συγκυρίας που βιώνει η Ελλάδα στην εποχή της μετανάστευσης. Σήμερα, η ελληνική ιθαγένεια βρίσκεται ενώπιον ερωτημάτων που εντείνουν την αναγκαιότητα επεξεργασίας νέων στρατηγικών ενσωμάτωσης. Η κτήση της ελληνικής ιθαγένειας από τους αλλοδαπούς που το επιθυμούν και διαμένουν στη χώρα μας είναι μια τέτοια στρατηγική. Οι προτεινόμενοι κανόνες είναι κοινωνικά επιβεβλημένοι, δίκαιοι και πολιτικά εφικτοί.
- Είναι κοινωνικά επιβεβλημένοι καθώς το όλο κανονιστικό πλαίσιο κτήσης και αφαίρεσης της ελληνικής ιθαγένειας όπως αποτυπώνεται στον εν ισχύ ΚΕΙ αντανακλά ιστορικούς όρους οι οποίοι απλώς έχουν παρέλθει.
- Είναι δίκαιοι διότι στον ΚΕΙ σήμερα επιβιώνουν διατάξεις που δύσκολα αντέχουν σε μια αξιακή αναμέτρηση με το κράτος δικαίου και για το λόγο αυτό προτείνουμε την αντικατάστασή τους ή απλώς την κατάργησή τους.
Τέλος, οι προτεινόμενοι κανόνες είναι πολιτικά εφικτοί διότι δεν παρακάμπτουν την ιστορική πολιτειακή παράδοση πάνω στην οποία έχει δομηθεί το ελληνικό δίκαιο ιθαγένειας, στο σύνολό του.
Η προτεινόμενη άρση των αναχρονισμών και υιοθέτηση νέων διατάξεων αξιοποιεί με τρόπο δημιουργικό την εμπειρία που παρέχουν συγκρίσιμα πολιτειακά και ιστορικά μεγέθη κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης σεβόμενη ταυτόχρονα τους θεμελιώδεις αρμούς της ιδεολογίας που διέπει το υπάρχον δίκαιο ιθαγένειας της Ελληνικής Δημοκρατίας.
Οι σημαντικότερες αλλαγές που προτείνονται αφορούν τα ακόλουθα πεδία:
1. Κτήση με γέννηση
Με την προτεινόμενη ρύθμιση για το τέκνο έλληνα ή ελληνίδας, το απόλυτο ius sanguinis σχετικοποιείται προκειμένου να προσαρμοσθεί στις σύγχρονες κοινωνικές συνθήκες και αντιλήψεις, σύμφωνα με τις οποίες το στοιχείο του αίματος διατηρεί μεν την πρωτοκαθεδρία, δεν είναι όμως δυνατό να θεωρείται επ’ άπειρον επαρκές, όταν έχει μεσολαβήσει μακρά αλληλουχία γενεών χωρίς την παραμικρή στοιχειώδη βουλητική ή πραγματική σύνδεση με την ελληνική πολιτεία. Οι διαζευκτικές προϋποθέσεις κτήσης εξασφαλίζουν, πάντως, την ελληνική ιθαγένεια για το ευρύτατο δυνατό φάσμα περιπτώσεων ομογενών εξωτερικού που διαθέτουν πραγματικούς δεσμούς με τη χώρα, αποκλείοντας εν τέλει μόνο τις περιπτώσεις πλασματικής ή καταχρηστικής αναβίωσης της σύνδεσης με την ελληνική πολιτεία μετά από ηθελημένη διακοπή πολλών γενεών, ενώ η πρόβλεψη σταδιακής εφαρμογής παρέχει στους απανταχού συνειδητούς ομογενείς επαρκέστατες δυνατότητες προκειμένου να κατοχυρώσουν, τακτοποιούμενοι δημοτολογικά, την ελληνική ιθαγένεια των απογόνων τους.
2. Κτήση με δήλωση
Στην ίδια ακριβώς αντίληψη, η οποία προσδίδει ιδιαίτερο βάρος στη διαπίστωση πραγματικών δεσμών με την ελληνική πολιτεία και στη βούληση για παγίωση αυτών των δεσμών, εντάσσεται η προτεινόμενη ρύθμιση για τα τέκνα αλλοδαπών που γεννιούνται στην Ελλάδα. Το νέο σύστημα κριτηρίων, εισάγει ius soli για τα τέκνα αλλοδαπών, προαιρετικό μεν με δήλωση (κατά τη γέννηση υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, άλλως εντός τριετίας από την ενηλικίωση) για τη λεγόμενη δεύτερη γενεά μεταναστών, υποχρεωτικό δε με τη γέννηση για την τρίτη γενεά (τέκνα αλλοδαπών γεννημένων στην Ελλάδα).
3. Προϋποθέσεις πολιτογράφησης
Καταργείται η διάκριση μεταξύ ομογενών και αλλογενών ως προϋπόθεση πολιτογράφησης καθώς είναι απολύτως ασύμβατη με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την ιθαγένεια του Συμβουλίου της Ευρώπης ενώ το προηγούμενο διάστημα νόμιμης παραμονής στη χώρα ρυθμίζεται σε πέντε χρόνια και για τις δύο ομάδες. Εισάγεται ρήτρα ‘ένταξης στην ελληνική κοινωνία και συμμετοχής στην ελληνική πολιτική κοινότητα σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές οι οποίες την διέπουν’ ως προϋπόθεση κτήσης της ελληνικής ιθαγένειας. Εισάγεται επίσης ρήτρα ανταποδοτικότητας του παραβόλου και μειώνεται θεαματικά το ποσό των 1470 ευρώ το οποίο είναι το υψηλότερο στην Ευρωπαϊκή Ένωση και λειτουργεί ανασταλτικά ως προς τη δυνατότητα υποβολής της αίτησης πολιτογράφησης. Το νέο παράβολο των 300 ευρώ κρίνεται εύλογο, ανταποκρινόμενο στο φόρτο εργασίας που προϋποθέτει η διεκπεραίωση της αίτησης πολιτογράφησης και συμβατό με τα ευρωπαϊκά δεδομένα.
4. Απόφαση πολιτογράφησης
Καταργείται η αναφορά στο ‘ήθος και την προσωπικότητα’ του αιτούντος ως προσβλητική για την ανθρώπινη αξιοπρέπειά του.
5. Αιτιολόγηση πολιτογράφησης
Η άρνηση πολιτογράφησης πρέπει να αιτιολογείται. Καταργείται η διάταξη του ΚΕΙ περί αναιτιολόγητου της απόφασης απόρριψης πολιτογράφησης. Τέτοια διάταξη δεν επιβιώνει παρά σε ελάχιστα κράτη – μέλη της Ε.Ε. και δημιουργεί μείζονα ζητήματα συνταγματικής τάξης σε ένα κράτος δικαίου. Η απόφαση πολιτογράφησης παραμένει στη διακριτική ευχέρεια του Υπουργού.
6. Πολιτογράφηση ομογενών εξωτερικού
Η δυνατότητα πολιτογράφησης ομογενών εξωτερικού εξορθολογίζεται εντασσόμενη στο γενικότερο σύστημα του Κώδικα και αντικαθιστώντας τις παλαιές προνομιακές και αδιαφανείς ρυθμίσεις με ένα σύγχρονο σύστημα απόδειξης και συνεκτίμησης ισχυρών δεσμών με τη χώρα.
7. Αποβολή ιθαγένειας
Με την προτεινόμενη ρύθμιση για την οικειοθελή αποβολή της ελληνικής ιθαγένειας, εισάγεται δέσμια αρμοδιότητα της διοίκησης για αποδοχή σχετικής αίτησης εφόσον συντρέχουν σαφείς και επαληθεύσιμες προϋποθέσεις (άρθρο 14 παρ. 1), σε αντίστιξη με τον παράλληλο εξορθολογισμό της πολιτογράφησης και με βάση την αρχή ότι η πιστοποιούμενη διακοπή των δεσμών με τη χώρα, σε συνδυασμό με την απουσία εκκρεμοτήτων από υποχρεώσεις απορρέουσες εκ του Συντάγματος, πρέπει ν’ αφαιρεί από την πολιτεία κάθε περιθώριο καταναγκασμού σε διατήρηση της ελληνικής ιθαγένειας.
Αντίθετα, καταργείται πανηγυρικά κάθε ενδεχόμενο αναγκαστικής αποβολής, προκειμένου η ελληνική ιθαγένεια να μην εμπλέκεται σε διαδικασίες τιμωρητικού χαρακτήρα όπως συνέβαινε σε δυσάρεστες περιόδους της πολιτικής μας ιστορίας.
8. Καθορισμός
Με το προτεινόμενο σχέδιο κωδικοποιείται εξαντλητικά και ορθολογικά η διαδικασία καθορισμού ιθαγένειας ούτως ώστε να τερματισθεί η οξύμωρη κατάσταση, κατά την οποία η διαπίστωση πλήρωσης των ουσιαστικών προϋποθέσεων κτήσης (συνήθως από αλληλουχία γεννήσεων) αποτελούσε μεν (θεωρητικά) αγώγιμο δικαίωμα του ενδιαφερομένου και αντίστοιχη δέσμια αρμοδιότητα της διοίκησης, συνθλιβόταν όμως μέσα σε μιάν απόλυτη διαδικαστική αταξία και ανασφάλεια δικαίου. Ως σήμερα, ο νομοθέτης απέφυγε να θεσμοθετήσει ειδικότερα ζητήματα καθορισμού ιθαγένειας, είτε ουσίας, είτε διαδικαστικά, αρκούμενος στην διάταξη, όπως αυτή μεταβαλλόταν διαχρονικά, περί κτήσεως της ιθαγένειας των τέκνων των Ελλήνων από τη γέννηση τους. Στην ισχύουσα νομοθεσία, η διαδικασία διαπίστωσης δεν αναφέρεται καν, εκτός εκείνων των περιπτώσεων όπου για την αμφισβήτηση της ιθαγένειας αποφαίνεται ο Υπουργός των Εσωτερικών. Όμως, όλο τον εικοστό αιώνα, αλλά ακόμη και σήμερα ο αριθμός των ατόμων που αποκτούσαν την ελληνική ιθαγένεια μέσω της διαδικασίας της διαπίστωσης της ιθαγένειάς τους, υπολογίζεται ότι σε ετήσια βάση υπερβαίνει εν πολλοίς αυτούς που πολιτογραφούνται. Έτσι, έχει διαμορφωθεί ένα σύστημα όπου, εγκύκλιοι του Υπουργείου Εσωτερικών, νομολογία, γνωμοδοτήσεις του ΝΣΚ και προφορικές ή άλλης φύσης οδηγίες καθορίζουν την αστική κατάσταση προσώπων με τρόπο αδιαφανή, αντιφατικό και όχι σπάνια σε αντίθεση με το νόμο και τις αποφάσεις των δικαστηρίων. Αυτό που επιχειρείται με την προσθήκη μερικών διατάξεων στον παρόντα ΚΕΙ είναι να ελαχιστοποιηθούν οι δυνατότητες της διοίκησης για αυθαίρετη ερμηνεία των υπαρχουσών ρυθμίσεων, καθώς αυτές κωδικοποιούνται και ανάγονται σε νόμο όπως και σημαντικές αποφάσεις του ΣτΕ και γνωμοδοτήσεις του ΝΣΚ. Επιπλέον, οι ρυθμίσεις αυτές στοχεύουν, καθόσον δεν μπορούν να καλύψουν πλήρως όλες τις περιπτώσεις, στο να εμπεδωθεί στη διοίκηση η αντίληψη ότι και ο καθορισμός ιθαγένειας δεν εναπόκειται στην πολιτική συγκυρία, στις τοπικές ή συνολικές προσλήψεις περί εθνικά ορθού και συμφέροντος, σε εκτιμήσεις περί του αιτούντος προσώπου, αλλά υπόκειται στους νόμους και σε δικαστικό και διοικητικό έλεγχο.
9. Ομογενειακή ιδιότητα
Από το 1990 και μετά, η διαχείριση του ζητήματος της ιθαγένειας των ομογενών είτε αυτοί προέρχονται από την πρώην ΕΣΣΔ είτε από την Αλβανία ή άλλες χώρες έχει προκαλέσει και προκαλεί έντονο προβληματισμό ως προς τη στόχευση, τις μεθόδους και τα αποτελέσματά της. Η εξάρτηση της ομογενειακής ιδιότητας όχι μόνο από το κριτήριο της καταγωγής ενός προσώπου, αλλά και από το κριτήριο της «εθνικής συνείδησης» διευρύνει απεριόριστα το περιθώριο της αυθαίρετης εκτίμησης και της διακύμανσης στο χρόνο εκ μέρους των αρμόδιων αρχών. Ακόμη περισσότερο ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι, σε αντίθεση με το πνεύμα του νομοθέτη και τη γενικευμένη εντύπωση περί ταχείας και πιο εύκολης απόδοσης ιθαγένειας στους ομογενείς, μια αναδρομή στη μέχρι σήμερα σχετική πρακτική, οδηγεί αβίαστα στο συμπέρασμα ότι η ομογενειακή ιδιότητα είχε συχνά ως αποτέλεσμα όχι την απόδοση ιθαγένειας, αλλά τη συνειδητή επιλογή μη απόδοσης ιθαγένειας σε μια σειρά ομάδων ομογενειακού πληθυσμού. Η μεροληπτική και σκόπιμη μη απόδοση ιθαγένειας σε μεγάλες ομάδες ομογενών, μάλιστα, δεν αποτέλεσε συγκυριακή πολιτική κάποιων ετών, αλλά κομβικό στοιχείο της ελληνικής πολιτικής ιθαγένειας. Η πολιτική αυτή αφορούσε από την δεκαετία του 1950 και μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1980 ή και αργότερα, όσους καταγράφονταν ως ομογενείς από την Τουρκία και Αλβανία (Ο.Τ.Α.). Σήμερα, πάλι λ.χ. με την επίκληση του «εθνικού συμφέροντος», στην πράξη, οι Κύπριοι υπάγονται σε αυστηρότερες χρονικές προϋποθέσεις κτήσης της ελληνικής ιθαγένειας από τους υπόλοιπους αλλοδαπούς. Μετά το 1990, αντίστοιχη πολιτική, αυστηρής και καθολικής μη πολιτογράφησης, ακολουθήθηκε ως τον Νοέμβριο του 2006 και για τους αλβανούς πολίτες κατόχους Ειδικού Δελτίου Ταυτότητας Ομογενούς (ΕΔΤΟ). Οι παραπάνω περιπτώσεις καταδεικνύουν ότι διαχρονικά μεγάλες πληθυσμιακά ομάδες ομογενών, όχι μόνο δεν «ευνοήθηκαν» από την ισχύουσα, υποθετικά ευνοϊκή νομοθεσία, αλλά αντίθετα, ακριβώς λόγω της ομογενειακής τους ιδιότητας, δεν απέκτησαν ιθαγένεια
Στις μέρες μας, είναι κοινή παραδοχή ότι τα ζητήματα κτήσης ελληνικής ιθαγένειας που προέκυψαν κατά τη δεκαετία του `90 έχουν αντιμετωπιστεί καθώς ο μεγαλύτερος αριθμός των εν δυνάμει ενδιαφερόμενων έχει ήδη αποκτήσει ή θα αποκτήσει στο προσεχές διάστημα την ελληνική ιθαγένεια (βλ. ομογενείς από ΕΣΣΔ και Αλβανία). Για το λόγο αυτό, προβάλλει επιτακτικά η ανάγκη αναθεώρησης της πολιτικής ιθαγένειας απέναντι σε πληθυσμούς και πρόσωπα τα οποία διεκδικούν την αναγνώριση της ομογενειακής τους ιδιότητας. Χωρίς να παραγνωρίζει τη σημασία της διάκρισης ομογενούς-αλλογενούς κατά την ιστορική διαδρομή διαμόρφωσης του ελληνικού δικαίου ιθαγένειας, η αλλαγή που προτείνεται αφορά τον εξορθολογισμό και περιορισμό της χρήσης της ομογενειακής ιδιότητας για την απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας χωρίς καμία ουσιαστικά προϋπόθεση σχετική με την ύπαρξη ισχυρών και ενεργών δεσμών των ενδιαφερόμενων προσώπων με την Ελλάδα ή/και την ελληνική κοινωνία. Η διάκριση μεταξύ ομογενών και αλλογενών παύει να έχει την καθοριστική, και εν τέλει προσχηματική, σημασία που είχε ως σήμερα για την αντιμετώπιση ενός αιτήματος πολιτογράφησης. Ως εκ τούτου, η κατάργηση της εν λόγω διάκρισης ως προς τις προϋποθέσεις απόκτησης της ελληνικής ιθαγένειας στο πλαίσιο της τακτικής διαδικασίας πολιτογράφησης, σε συνδυασμό με την πρόβλεψη μεταβατικών περιόδων διατήρησης του γενικού καθεστώτος πολιτογράφησης ομογενών, αλλά και του ειδικού καθεστώτος για τους ομογενείς από την πρώην ΕΣΣΔ, που προέβλεπε ο προηγούμενος ΚΕΙ, δεν αναμένεται να επιφέρει δυσμενείς συνέπειες στους ενδιαφερόμενους ομογενείς.
Εν προκειμένω, η πρόταση αξιοποιεί την συγκρίσιμη εμπειρία της αλλαγής του Γερμανικού Κώδικα Ιθαγενείας το 2000 στην αυτή κατεύθυνση.
10. Προθεσμίες
Καταργείται η διάταξη που εξαιρεί τα ζητήματα κτήσης ιθαγένειας από τις προθεσμίες του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας. Η ρύθμιση αυτή είναι πρωτοφανής για κράτος δικαίου και πηγή διαρκούς και συστηματικής κακοδιοίκησης ως σήμερα στη χώρα μας. Προτείνονται εύλογες και ρεαλιστικές προθεσμίες συνολικά ενός έτους στην αίτηση πολιτογράφησης και έξι μηνών στην αίτηση καθορισμού που ανά περίπτωση μπορεί να επεκταθεί εφόσον γνωστοποιηθούν στον ενδιαφερόμενο οι λόγοι της καθυστέρησης.