Οι Βορειοηπειρώτες ψάχνουν ακόμα να βρουν την Ελλάδα...Με αφορμή αυτοβιογραφικό βιβλίο του «δραπέτη» Αθανασίου Στεφάνου
Ο προεπιλεγμένος τρόπος εμφάνισης των σχολίων. Οι ξεδιπλωμένες απόψεις εμφανίζουν το περιεχόμενο των σχολίων. Οι απόψεις νημάτων διατηρούν τις σχετικές απαντήσεις μαζί., 09/05/2009 - 22:05
- Ο τίτλος του μπλοκ όπως εμφανίζεται στο χρήστη.
Μια κραυγή εκ βαθέων του Αθανασίου Στεφάνου, ο οποίος δραπέτευσε μετά από περιπετειώδη τρόπο από την Αλβανία το 1947 και σήμερα ζει με την οικογένειά του στη Σάμο. 85χρονος πρεσβύτης σήμερα κατέθεσε τη μαρτυρία της ζωής του στο βιβλίο του με τίτλο «Δραπέτης από τον τάφο τρεις φορές» (2009). Διεκτραγωδεί τα πάθη του στο χωριό του, στο Μουρσί των Αγίων Σαράντα, Βορείου Ηπείρου, κατά τα δύσκολα μεταβατικά χρόνια από το 1944 μέχρι το 1947, που «έφυγε» για την Ελλάδα. Αναπολεί τα μαρτυρικά χρόνια που έζησε ως στρατιώτης, τα ψυχικά και σωματικά τραύματα, τις φυλακές και την «αποκοτιά» που τον βοήθησε να ξεφύγει από τα «νύχια» των διωκτών του. Δημιούργησε οικογένεια στη Μεγάλη Πατρίδα και έζησε ελεύθερος. Όμως, ποτέ του δεν μπόρεσε να λησμονήσει τους ανθρώπους του που άφησε πίσω και δεν τους ξαναείδε. Δεν θάʼθελε τίποτε άλλο στη ζωή του παρά να ξαναγυρίσει στον τόπο του και να ανάψει ένα κερί στους τάφους των αγαπημένων του: στον τάφο της καλομάνας, στον παππού που πέθανε με το όνομα της Ελλάδας, στους θείους, στα ξαδέρφια, στους φίλους, στους συγγενείς και σʼ όλους εκείνους που γεύτηκαν το «χάδι» του αλήστου μνήμης Χοτζικού καθεστώτος και δεν έζησαν να χαρούν και εκείνοι τα δώρα της ελευθερίας.
Ένα βιβλίο, με πολλούς συμβολισμούς, που ευτύχησε να το επιμεληθεί ο Φώτος Ν. Κυριαζάτης, για να βρει «το δρόμο για το φως και τους ανθρώπους» και για «καθένα που τον ενδιαφέρει η ανθρώπινη μοίρα, το βιβλίο αυτό –μαρτυρία και αφύπνιση– έχει πολλά να διδάξει».
Πράγματι, έχει πολλά να διδάξει στους «παλιούς» και «νέους» βορειοηπειρώτες. Στους «παλιούς», εκείνους δηλ. που αναγκάστηκαν να εκπατριστούν πριν και κατά τη δεκαετία του 1940 και στους «νέους», που «κοπαδιαστά» εγκατέλειψαν τον «αλβανικό παράδεισο» μετά την πτώση των ειδώλων και την κατάρρευση του προηγούμενου οδυνηρού καθεστώτος, 1989-1990.
Το βιβλίο του Αθ. Στεφάνου μου έδωσε την ευκαιρία για μια αναδρομή στο χρόνο και στα γεγονότα εκείνα που σημάδεψαν τον τόπο και τους ανθρώπους και μας θυμίζουν «να μην ξεχνάμε ποτέ πως είμαστε Βορειοηπειρώτες και πως όταν θαʼρθει η άγια ημέρα ...να πάμε στο νεκροταφείο να φωνάξουμε για να αναπαυτούν και να αγαλλιάσουν οι ψυχές τους», όπως γράφει με πόνο ψυχής ο σεβαστός γέροντας.
Οι σκέψεις, ο πόνος και τα παράπονά του συμπυκνώνονται στα παρακάτω λόγια: «Πρέπει να πω: Από όταν ήρθα, ψάχνω να βρω την Ελλάδα που είχαμε όλοι μας πάντα και τώρα μέσα στη φαντασία μας, στην ψυχή μας και στην καρδιά μας, μα ακόμα δεν τη βρήκα, γιατί άραγε; Μα, θα τη βρω καμιά φορά όσο απελπισμένα να ψάξω; Πού είναι; Γιατί κρύβεται να μη τη βρω, ενώ έπρεπε εκείνη να ψάξει να με βρει; Άραγε δεν μʼ ακούει που φωνάζω και δεν με βλέπει που υποφέρω; Τι κρίμα! Κι όμως, εμείς πάντα θα ψάχνουμε και πάντα θα ελπίζουμε».
Λόγια που ψιθυρίζουν καθημερινά οι Βορειοηπειρώτες, όπου κι αν βρίσκονται, έξω ή μέσα στην Πατρίδα. Εξωτερικεύουν τον διακαή τους πόθο και διατρανώνουν, για να ακουστούν, την απελπισία τους, την κατάντια τους, την άθλια κατάληξή τους.
Kυνηγούν οι Βορειοηπειρώτες το όνειρο, να τους προσέξει η Μητέρα Πατρίδα, να τους αγκαλιάσει, να απαλύνει τις πληγές τους, να μετριάσει τον πόνο τους. Εκείνη, ενώ θαʼπρεπε να τους βρει, να τους ενθαρρύνει, να γρανιτώσει την πίστη και τη συνείδησή τους, όλο και ξεφεύγει, όλο και απομακρύνεται, μια οπτασία που χάνεται, αφήνοντάς τους ορφανούς και απροστάτευτους, έρμαια στη βουλιμία ξενόφερτων ανθρώπων που τους ταλαιπωρούν, τους ταπεινώνουν, τους περιφρονούν και υποβλέπουν το «έχει» τους.
Οφείλουμε, όμως, να κατανοήσουμε ότι οι Βορειοηπειρώτες είναι ανάγκη να στηριχτούν στις δυνάμεις τους και να απαιτήσουν τα κατοχυρωμένα δικαιώματά τους. Ό,τι και όσα κέρδισαν, το πέτυχαν στηριζόμενοι στις δυνάμεις τους και μόνο. Τον αγώνα του 1914 μόνοι τους τον έκαμαν και τον κέρδισαν, όπως δικαιώθηκαν και το 1935 στο σχολικό ζήτημα.
Και κατά τη δεκαετία του 1940 καταβλήθηκαν προσπάθειες, αλλά άλλοι παράγοντες, εξωγενείς και εσωγενείς, συνετέλεσαν να παραμείνει ο τόπος κάτω από το βάρβαρο καθεστώς του Ενβέρ Χότζα και χιλιάδες Έλληνες Βορειοηπειρώτες να θανατωθούν, να φυλακιστούν, να εξοριστούν και για πενήντα χρόνια να φέρνουν το στίγμα του «κολιάκου», του περιφρονημένου. Και τότε, όπως συνέβη το 1989-90, συμπατριώτες μας κατατρεγμένοι, κυνηγημένοι, σημαδεμένοι από το καθεστώς, μπόρεσαν να «πηδήσουν τα σύνορα» και να σωθούν, όπως ο Θανάσης Στεφάνου. Μπορεί κανένας για το τόλμημά τους αυτό να τους κατηγορήσει;
Οι άνθρωποι αυτοί, όπου βρέθηκαν, στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό (κυρίως στην Αμερική) δεν έπαψαν να αγωνίζονται, με τα μέσα που διέθεταν, για το «Βορειοηπειρωτικό» και να ενημερώνουν τα Διεθνή Φόρα και τη διεθνή Κοινή Γνώμη, για όσα απαράδεκτα συνέβαιναν στη γειτονική μας χώρα.
Υπήρξε, μάλιστα, μια περίοδος που είχαν εξοβελιστεί οι όροι «Βόρειος Ήπειρος» και «Βορειοηπειρώτες». Όποιοι αναφέρονταν στο χώρο έπρεπε να μιλούν και να γράφουν «Νότιος Αλβανία» και για «μειονοτικούς της Νοτίου Αλβανίας». Σε διαφορετική περίπτωση χαρακτηρίζονταν φασίστες, οπισθοδρομικοί, αντιδραστικοί. Παρόλα αυτά πολλοί συνέχιζαν να κρατούν τους όρους «Βόρειος Ήπειρος» και «Βορειοηπειρώτες» και δικαιώθηκαν.
Είναι γεγονός ότι η Ελλάδα, οι ελληνικές κυβερνήσεις, το επίσημο ελληνικό κράτος, οφείλει να στρέψει την προσοχή και το ενδιαφέρον του και προς το Ηπειρωτικό αυτό κομμάτι, το οποίο για κακή του μοίρα, υπήχθη στην αλβανική επικράτεια. Να αγκαλιάσει τους Βορειοηπειρώτες και να τους θεωρήσει (όπως και είναι) καθόλα Έλληνες και να τους αποδώσει τα οφειλόμενα. Επιπλέον να στρέψει τα βέλη προς τους εθνικιστικούς αλβανικούς κύκλους, οι οποίοι βυσσοδομούν εις βάρος του ελληνικού στοιχείου και να τους καταστήσει υπεύθυνους για κάθε πράξη τους αντίθετη προς το διεθνές δίκαιο. Πριν από πολλά χρόνια γράφαμε σε βιβλία και σε άρθρα μας και συνεχίζουμε να γράφουμε για τις υποχρεώσεις του ελληνικού κράτους προς τους συνέλληνες Βορειοηπειρώτες.
Από του σημείου, όμως, αυτού μέχρι του σημείου να ισοπεδώνουμε τα πάντα και να ισχυριζόμαστε ότι η Ελλάδα δεν έχει προσφέρει «απολύτως τίποτε» στους Βορειοηπειρώτες απέχει πολύ.
Είχα αναφερθεί σε άρθρο μου στον «Πρωινό Λόγο» για όσα έχει προσφέρει (έστω και λίγα) η Ελλάδα στους Βορειοηπειρώτες. Δεν θα τα επαναλάβω, γιατί είναι ήδη γνωστά και περιττεύει κάθε επανάληψη.
Ποιος είδε τον Θεό και δεν φοβήθηκε! Με ομοβροντίες σε e-mail με ανακαλούσαν στην τάξη. Η Ελλάδα, έγραφαν, απολύτως τίποτε δεν έχει προσφέρει στους Βορειοηπειρώτες. Λίγα ψίχουλα, μετρημένα, για «τα μάτια του κόσμου».
Σε έναν νεαρό συμπατριώτη (πρέπει να τελείωσε σπουδές ή να σπουδάζει στην Ελλάδα) το άρθρο μου (αφού απομόνωσε κάποιες παραγράφους) του προξένησε «αλγεινή» εντύπωση. Στον νεαρό συμπατριώτη μόνο μια συμβουλή: Χρειάζεται προσοχή και ιδιαίτερη γνώση όταν χρησιμοποιούμε σε γραπτά κείμενα τις λέξεις, γιατί στην κυριολεξία οι «λέξεις τσακίζουν κόκκαλα».
Άλλοι, αφού παραπονούνται για την ελληνική αδιαφορία και για την εγκατάλειψη του ελληνικού στοιχείου στην τύχη του, γράφουν ότι είμαι «βολεμένος» και ότι με όσα γράφω αποσκοπώ σε προσβάσεις στον κυβερνοχώρο. Ακόμη ότι «δεν έχω το δικαίωμα να μιλώ εξ ονόματος των Βορειοηπειρωτών».
Βέβαια, όλα αυτά με αφήνουν αδιάφορο. Αισθάνομαι, όμως, την ανάγκη να πληροφορήσω τους επικριτές μου, ότι, όταν εγκατέλειψα τη γενέτειρα ήμουν έξι χρόνων και ιδέα δεν είχα για Βόρειο Ήπειρο και βορειοηπειρωτικό πρόβλημα. Για την ιδιαίτερη Πατρίδα έμαθα από τον παππού μου (τραυματία του Αυτονομιακού Αγώνα), από τη γιαγιά μου και από τους γονείς μου, που ξενιτεύτηκαν, όπως πάρα πολλοί συμπατριώτες μας, και αναπαύονται σε ξένη γη. Μου εμφύσησαν την αγάπη για τον τόπο της καταγωγής μου, για τον οποίο αισθάνομαι περήφανος. Μέχρι σήμερα (είμαι πια μεγάλος στην ηλικία) η ιδέα της Βορείου Ηπείρου κυκλοφορεί στο αίμα μου και μʼ αυτή θα ζήσω όσο χρόνο μου απομένει. Δεν υπήρξα ποτέ «βολεμένος». Αγωνίστηκα στη ζωή μου. Στην ηλικία που είμαι δεν χρειάζομαι προσβάσεις. Μου είναι αρκετά όσα πέτυχα. Και να πω ακόμη πως ό,τι γράφω και όσα γράφω, δεν τα γράφω ως εκπρόσωπος κανενός. Εκπροσωπώ μόνο τον εαυτό μου.
Κατά τʼ άλλα, μαζί με τον αγαπητό πρεσβύτη, τον Θανάση Στεφάνου, τον «τρεις φορές δραπέτη από τον τάφο» και με το σύνολο, υποθέτω, του βορειοηπειρωτικού κόσμου, ψάχνουμε ακόμη «απελπισμένα» να βρούμε την Ελλάδα.
Γράφει ο ΝΙΚΟΣ Θ. ΥΦΑΝΤΗΣ
Πηγή Π.Λ.